Εκτύπωση

Ασφαλιστικό

Καταχώριση Θέσεις

 

Η ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚH ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΜΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ

Η δομή του συστήματος – Γενικές ρυθμίσεις

Με βάση τις παραπάνω αρχές και την πολύτιμη εμπειρία που έχει προκύψει από τα υπάρχοντα συνταξιοδοτικά συστήματα διεθνώς και των μεταρρυθμίσεων που ήδη έγιναν σε άλλες χώρες, εντός και εκτός ΕΕ, καθώς και με βάση τις συμβουλές που απευθύνει η ΕΕ στα κράτη - μέλη, προτείνεται η παρακάτω δομή του συνταξιοδοτικού συστήματος η οποία βασίζεται σε τρεις άξονες:

  1. Ο 1ος άξονας είναι υποχρεωτικός και βασίζεται στο διανεμητικό σύστημα. Οι παροχές του διαμορφώνονται μέσω της μεθόδου της Καθορισμένης Εισφοράς με Νοητή Κεφαλαιοποίηση (βλ. Παράρτημα – Ορισμοί). Η διαχείριση γίνεται από έναν ενιαίο κρατικό φορέα.

  2. Ο 2ος άξονας είναι υποχρεωτικός και βασίζεται στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Οι εργοδότες θα μπορούν σε συνεργασία με το προσωπικό τους να δημιουργούν συνταξιοδοτικά προγράμματα ως Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης. Αντίστοιχες λύσεις θα πρέπει να διαμορφωθούν και για μη μισθωτούς κύρια μέσα από τις επαγγελματικές ενώσεις ή με ατομικές λύσεις.

  3. Ο 3ος άξονας είναι προαιρετικός και βασίζεται στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Αποτελείται από ειδικά προγράμματα ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή άλλων αποταμιευτικών οργανισμών.

Στον 1ο άξονα θα περιλαμβάνεται και ένας παράγοντας που θα αφορά την κατώτατη σύνταξη (βλ. παρακάτω).

Το προτεινόμενο σύστημα στο σύνολό του δεν κάνει κανένα διαχωρισμό μεταξύ ανδρών και γυναικών εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό μία ουσιαστική ισότητα των δύο φύλων στον χώρο των συντάξεων.

Ο 1ος άξονας

Στα πλαίσια ενός ενιαίου κρατικού οργανισμού δημιουργείται για κάθε ασφαλισμένο  ειδική ατομική μερίδα (ατομικός λογαριασμός). Σε αυτό το λογαριασμό καταγράφονται οι καταβαλλόμενες εισφορές οι οποίες ανέρχονται σε ποσοστό 15% των αποδοχών. Για τους μισθωτούς, το 10% καταβάλλεται από τον εργοδότη και το 5% από τον ασφαλισμένο. Για τους αυτοαπασχολούμενους το 15% καταβάλλεται επί των εικονικών αποδοχών.

Η δημιουργία αυτών των ατομικών λογαριασμών γίνεται με το σύστημα της Νοητής Κεφαλαιοποίησης. Δηλαδή, τα ποσά αυτά δεν αποθεματοποιούνται αλλά διατίθενται άμεσα για την κάλυψη των καταβαλλομένων συντάξεων (διανεμητικό σύστημα). Ουσιαστικά πρόκειται απλώς για ένα σύστημα καταγραφών στο οποίο αποτυπώνονται οι αξίες των δικαιωμάτων των ασφαλισμένων και όχι για πραγματικούς λογαριασμούς.

Τα ποσά που καταγράφονται στον κάθε ατομικό λογαριασμό επαυξάνονται ετησίως με εικονικό τόκο ίσο με το εκάστοτε ποσοστό πληθωρισμού προσαυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα (πληθωρισμός + 1%).

Για 40 χρόνια ασφάλισης, η παραπάνω διαδικασία μπορεί, χονδρικά, να αποδώσει σύνταξη ίση με 40% του τελικού μισθού.

Ο ενιαίος κρατικός φορέας διαθέτει ειδική υπηρεσία η οποία μελετά συνεχώς την εξέλιξη της θνησιμότητας των ασφαλισμένων και εκτιμά τις μελλοντικές τάσεις στον τομέα αυτό. Η υπηρεσία αυτή δημιουργεί πίνακες αναμενόμενης θνησιμότητας - επιβιωσιμότητας ανάλογα με το έτος γέννησης των ασφαλισμένων. Για την αποφυγή διακρίσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών, δημιουργούνται πίνακες θνησιμότητας ανεξαρτήτως του φύλου των ασφαλισμένων (σύνθετοι πίνακες θνησιμότητας)[1]. Η υπηρεσία αυτή δημιουργεί και τους συντελεστές μετατροπής, σε ισοδύναμη σύνταξη, του ποσού που είναι καταγραμμένο στον ατομικό λογαριασμό.

ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ 1 :

Οι συντελεστές μετατροπής, ενός εφάπαξ ποσού σε ισοδύναμη μηνιαία ισόβια σύνταξη, προκύπτουν από αναλογιστικούς μαθηματικούς τύπους που λαμβάνουν υπόψη :

·         Τα έτη που αναμένεται να ζήσει ο ασφαλισμένος (προσδόκιμο επιβίωσης),

·         Το είδος της παροχής (δηλαδή αν θα είναι απλή ισόβια σύνταξη, ή και μεταβιβαζόμενη ισόβια στην χήρα ή τον χήρο σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, ή και μεταβιβαζόμενη σε ανήλικα ορφανά σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου κλπ),

·         Ένα επιτόκιο υπολογισμού της παρούσας αξίας των παραπάνω καταβολών.

Με τον τρόπο αυτό καθορίζεται μία αντικειμενική και εύκολη μέθοδος μετατροπής σε κατάλληλη σύνταξη, του ποσού που έχει καταγραφεί στον ατομικό λογαριασμό του κάθε ασφαλισμένου.

Το ύψος της σύνταξης που δικαιούται ο κάθε ασφαλισμένος προκύπτει από την αξία που είναι καταγραμμένη στον ατομικό του λογαριασμό και το συντελεστή μετατροπής. Ο κάθε ασφαλισμένος μπορεί να πληροφορείται άμεσα το ποσό της σύνταξης που μπορεί να πάρει αν αποφασίσει να αποχωρήσει άμεσα. Αν εκτιμά ότι το ποσό που δικαιούται δεν του επαρκεί για την συνταξιοδότησή του, τότε μπορεί να επιλέξει να παραμείνει για ένα ακόμη χρονικό διάστημα. Αν παραμείνει, τότε :

  • θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο ο ατομικός του λογαριασμός (με νέες εισφορές και εικονικούς τόκους) και

  • θα αυξηθεί η ηλικία του, με ταυτόχρονη αντίστοιχη μείωση του προσδόκιμου επιβίωσης.

Οι δύο αυτοί παράγοντες θα συντελέσουν στην αύξηση της υπολογιζόμενης σύνταξης, μέχρις ότου ο ασφαλισμένος κρίνει ότι το ποσό αυτό είναι αρκετό για αυτόν και αποφασίσει να συνταξιοδοτηθεί. Με τον τρόπο αυτό δεν υπάρχει κανένας αυστηρός προκαθορισμός της ηλικίας συνταξιοδότησης, αλλά εναπόκειται στον κάθε ασφαλισμένο να κρίνει την κατάλληλη στιγμή ανάλογα με τις επιθυμίες του και το ποσό της σύνταξης που δικαιούται κάθε φορά.

ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ 2 :

Για το ίδιο ποσό αξίας του ατομικού λογαριασμού, δύο ασφαλισμένοι διαφορετικής ηλικίας θα πάρουν διαφορετική σύνταξη. Ο νεώτερος θα πάρει χαμηλότερη σύνταξη γιατί αναμένεται να ζήσει περισσότερα χρόνια από τον παλαιότερο.

ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ 3 :

Ακόμη, δύο ασφαλισμένοι που γεννήθηκαν σε διαφορετικά έτη (π.χ. 1945 και 1955) και οι οποίοι, όταν φθάσουν ο καθένας στην ηλικία των 65 ετών και έχουν (συμπτωματικά) το ίδιο ποσό αξίας στους ατομικούς τους λογαριασμούς, θα πάρουν διαφορετική παροχή. Παρά το γεγονός ότι συνταξιοδοτούνται στην ίδια ηλικία (65 ετών) και έχουν το ίδιο ποσό στους ατομικούς λογαριασμούς, εν τούτοις, αυτός που γεννήθηκε το 1955 θα πάρει χαμηλότερη παροχή από αυτόν που γεννήθηκε το 1945, γιατί το προσδόκιμο της επιβίωσης του είναι μεγαλύτερο επειδή ανήκει σε νεώτερη γενεά.

Ενδεικτικά, οι συντελεστές μετατροπής θα παρουσιάζουν την παρακάτω εικόνα:

Ηλικία

Συντελεστές Μετατροπής για γεννηθέντες το 1950

Συντελεστές Μετατροπής για γεννηθέντες το 1960

61

213,48

224,15

62

206,62

216,95

63

199,72

209,71

64

192,79

202,42

65

185,82

195,10

ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ 4 :

Έστω δύο ασφαλισμένοι, ο ένας γεννήθηκε το 1950 και ο άλλος το 1960.

Ο πρώτος φθάνει σε ηλικία 61 ετών και έχει ατομικό λογαριασμό ύψους €300.000. Αν θελήσει να συνταξιοδοτηθεί σε αυτή την ηλικία θα λάβει σύνταξη ίση με : 300.000 / 213,48 = €1.405 το μήνα.

Ο δεύτερος φθάνει σε ηλικία 61 ετών και υποθέτουμε ότι έχει το ίδιο ποσό στον ατομικό του λογαριασμό. Αν θελήσει να συνταξιοδοτηθεί σε αυτή την ηλικία θα λάβει σύνταξη ίση με : 300.000 / 224,15 = €1.338 το μήνα. Παρατηρούμε ότι παρά το γεγονός ότι έχει το ίδιο ποσό ατομικού λογαριασμού στην ίδια ηλικία, εν τούτοις δικαιούται χαμηλότερη σύνταξη επειδή αναμένεται να ζήσει περισσότερο από τον προηγούμενο. Αν αποφασίσει να παραμείνει για ένα ακόμη χρόνο στην εργασία θα έχει ατομικό λογαριασμό ίσο με €325.000 και η σύνταξη που θα δικαιούται θα είναι : 325.000 / 216,95 = €1.498 το μήνα.

Με την παραπάνω περιγραφόμενη δομή του 1ου άξονα κατορθώνεται η θέσπιση ενός πλήρως ανταποδοτικού σχήματος. Ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό αυτής της δομής είναι ότι παγιώνεται το ποσοστό εισφορών και αφήνεται το ύψος της παροχής να ρυθμιστεί με την επιλογή της ηλικίας συνταξιοδότησης.

Για τους αυτοαπασχολούμενους καθορίζεται ένα καθεστώς εικονικών αποδοχών, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η διαμόρφωση επαρκούς και λειτουργικού ασφαλιστικού καθεστώτος και για αυτούς. Το καθεστώς αυτό θα καθοριστεί κατόπιν ειδικής μελέτης και θα καταλήγει σε ένα εικονικό μισθό ανάλογα με τα έτη συμμετοχής καθενός στο ασφαλιστικό σύστημα. Ένα παρόμοιο καθεστώς ισχύει ήδη για τους αυτοαπασχολούμενους που ασφαλίζονται για πρώτη φορά από την 1/1/1993 και μετά.

Όμως, επειδή ο άξονας αυτός παραμένει διανεμητικός, εξακολουθούν να υπάρχουν (σε μικρότερο όμως βαθμό) τα προβλήματα που χαρακτηρίζουν ένα διανεμητικό σύστημα. Η παραμονή του άξονα αυτού στο διανεμητικό σύστημα κρίνεται αναγκαία εκ των πραγμάτων αφού η άμεση μετάβαση σε ένα πλήρως κεφαλαιοποιητικό σύστημα δεν είναι εύκολα εφικτή (βλ. παρακάτω). Μέσα από κατάλληλες μεταβατικές διατάξεις μπορεί να ρυθμιστεί κάποια σταδιακή μείωση του άξονα αυτού με αντίστοιχη αύξηση των άλλων δύο αξόνων που είναι κεφαλαιοποιητικοί.