Εκτύπωση

Ασφαλιστικό

Καταχώριση Θέσεις

χερια κρατημμέναΜΙΑ ΔΥΣΚΟΛΗ ΕΞΙΣΩΣΗ

Η εξυγίανση ενός βαθιά προβληματικού συνταξιοδοτικού συστήματος δεν μπορεί να θεωρηθεί εύκολη υπόθεση, ούτε μπορεί να γίνει χωρίς θυσίες. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ένα σύστημα όπως το Ελληνικό, το οποίο αφέθηκε να φθάσει σε σημείο προχωρημένης σήψης, προτού τεθεί το θέμα της εξυγίανσής του.

Το μέγεθος του προβλήματος φανερώνεται με αμείλικτο τρόπο από το ύψος της σημερινής αξίας των μελλοντικών αναγκών για επιχορηγήσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά και από τις μαζικές και απανωτές περικοπές παροχών που συμβαίνουν κατά τα τελευταία χρόνια κάτω από την πίεση των διάφορων Μνημονίων.

Το ύψος του μακροχρόνιου αναλογιστικού ελλείμματος των Ελληνικών συντάξεων φαίνεται να υπερβαίνει το 300% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Σε απλά ελληνικά, για να πληρώνουμε πάντα τις συντάξεις που έχουμε σήμερα θα έπρεπε να είχαμε τριπλάσιο εθνικό προϊόν! Δεν υπάρχει καμμία χώρα στον κόσμο της οποίας το συνταξιοδοτικό σύστημα να «κουβαλάει» τέτοιου ύψους υποχρεώσεις.

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ

Αυτή η χώρα έχει και σοβαρούς ανθρώπους. Το 1997 ο καθηγητής Γιάννης Σπράος κοινοποίησε την έκθεσή του για το επερχόμενο ναυάγιο του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Όλοι, με τη λαϊκή Δεξιά στην… πρωτοπορία, έπεσαν να τον «φάνε». Τον χαρακτήρισαν στυγνό τεχνοκράτη και ανάλγητο. Λίγα χρόνια αργότερα, το 2001 ο τότε υπουργός Εργασίας Τάσος Γιαννίτσης επιχείρησε ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Πάλι ξεσηκώθηκαν οι πάντες με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί η προσπάθεια. Ο λαϊκισμός θριάμβευσε καταλήγοντας στην απίστευτη διατύπωση των τριών «χωρίς» που υιοθέτησαν όλα τα κόμματα και οι δημοσιογράφοι εν χορώ: Θα μεταρρυθμίσουμε το ασφαλιστικό: α) χωρίς να μειωθούν οι συντάξεις β) χωρίς να αυξηθούν τα όρια ηλικίας γ) χωρίς να αυξηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές. Μα αυτά τα τρία είναι που καθορίζουν την πορεία του ασφαλιστικού! Πώς γίνεται να αλλάξεις κάτι που εξαρτάται από τρεις παραμέτρους χωρίς να αλλάξεις καμμία από αυτές; Αυτή η «ηθική» της απόλυτης πολιτικής εξαπάτησης και της λαϊκής εθελοτυφλίας κυριάρχησε και στα χρόνια της «νέας διακυβέρνησης» Καραμανλή όταν οι κοινωνικά… ευαίσθητοι άφησαν τα ασφαλιστικά ταμεία στην τύχη τους – όσον αφορά στις εισφορές. Διότι για τα αποθεματικά... ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα και προσπάθησαν να τα κατακλέψουν με το περίφημο σκάνδαλο των δομημένων ομολόγων.

ΣΚΛΗΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

Δεν χρειάζεται σοφία για να καταλάβει κανείς ότι όταν ένας συνταξιοδοτείται 45 ή και 50 ετών (π.χ. στρατιωτικός) ή 35 ετών (μητέρα ανηλίκου) τα ασφάλιστρα που πλήρωσε για τα 25 ή τα 15 χρόνια εργασίας δεν φτάνουν σε καμμία περίπτωση να καλύψουν τα 35 ή τα 55 χρόνια της σύνταξης. Στην παραγματικότητα αυτοί οι άνθρωποι θα κοστίσουν στο Δημόσιο (δηλαδή στους υπόλοιπους φορολογούμενους) 4-7 φορές περισσότερο από τα ασφάλιστρά τους...

Δεν χρειάζονται αναλογιστικές γνώσεις για να αντιληφθεί κανείς πως καθώς η επιστήμη προοδεύει και αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής η περίθαλψη των ηλικιωμένων κοστίζει περισσότερο απ’ όσο τη δεκαετία του 1960. Το ίδιο ισχύει με ανίατες, παλαιότερα, παθήσεις που αντιμετωπίζονται σήμερα - η θεραπεία τους όμως κοστίζει πάρα πολύ.

Άρα, ή θα αποφασίσουμε να... εκτελούμε τους ηλικιωμένους και να αφήνουμε να πεθαίνουν οι καρκινοπαθείς ή θα μεταρρυθμίσουμε το συνταξιοδοτικό & ασφαλιστικό σύστημα. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

Είναι προφανές ότι αποτελούν πρόκληση οι συντάξεις σε νεαρές χήρες (συνήθως αλλοδαπές) σε ανύπαντρες κόρες προνομιούχων ομάδων, σε εθελεουσίως αποχωρήσαντες 50άρηδες, σε ψευτοανάπηρους, σε βουλευτές και αιρετούς άρχοντες. Αυτές θα καταργηθούν αμέσως.

Αποτελεί επίσης καίριο πλήγμα στην παραγωγικότητα της χώρας  όταν άνθρωποι στην πιο δυναμική και έμπειρη φάση της ζωής τους υποχρεώνονται να βγουν στο περιθώριο της επαγγελματικής ζωής, επειδή προήχθη ο κατώτερος. Ένας αξιωματικός 50 ετών δεν μπορεί να συνεχίσει να προσφέρει ως εκπαιδευτής, εμπειρογνώμονας ή ως υπεύθυνος ασφαλείας δημόσιων χώρων, οργανισμών, μουσείων;


 

ΠΛΗΡΩΝΕ ΚΑΙ ΜΗ ΕΡΕΥΝΑ

Ο εργαζόμενος (και ο εργοδότης του, αν έχει υπαλληλική σχέση)  συνεισφέρει κάποιο ποσό σε ένα κοινό ταμείο, το οποίο δεν το επιλέγει ο ίδιος, και του οποίου τη διαχείριση έχει το κράτος. Μολονότι έχει πληρώσει σημαντικά ποσά, δεν ξέρει ούτε πόσα είναι αυτά, ούτε πόση σύνταξη του εξασφαλίζουν. Αν έχετε αντίρρηση, απαντήστε στα παρακάτω ερωτήματα:

  • Πόσα είναι τα ποσά που σας έχουν μέχρι σήμερα παρακρατηθεί από τους μισθούς / αμοιβές σας ως ασφαλιστικές εισφορές;
  • Ποια είναι η σημερινή τους αξία;
  • Αν θελήσετε να σταματήσετε να εργάζεστε αύριο ή σε 10 χρόνια τι ποσό θα παίρνετε ως σύνταξη;
  • Αν – χτύπα ξύλο -  τύχει και φύγετε από τον μάταιο τούτο κόσμο πριν πάρετε σύνταξη, πού πηγαίνουν οι ασφαλιστικές εισφορές τόσων χρόνων; Τις κληρονομούν οι δικοί σας ή τις «τρώει» το κράτος;

Προφανώς δεν ξέρετε, γιατί κανένας δεν ξέρει, μολονότι πρόκειται για τα ΧΡΗΜΑΤΑ ΣΑΣ!

Ο «ασφαλισμένος» λοιπόν λαμβάνει την «υπόσχεση» ότι όταν το κράτος του επιτρέψει να πάψει να εργάζεται θα έχει κάποιο μηνιαίο ποσό ως σύνταξη. Ποιο θα είναι αυτό; Άγνωσται αι βουλαί του κράτους! Θεωρητικά το κράτος «αναδιανέμει» αυτό το κοινό ταμείο με τρόπο τέτοιο που να ευνοούνται αδικημένες κοινωνικές ομάδες. Όλοι ξέρουμε όμως πώς «αναδιανέμει» το κράτος τα χρήματα που διαχειρίζεται.

Το σύστημα αυτό αντιμετωπίζει πολύ μεγάλα προβλήματα καθότι η λειτουργία του είναι εντελώς αδιαφανής. Οι εισφορές του κάθε εργαζόμενου χάνονται μέσα στο μεγάλο κρατικό καλάθι και ο μόνος που έχει τη δυνατότητα να ξέρει (θεωρητικά, γιατί ούτε κι αυτός ξέρει) τι γίνεται με τα λεφτά αυτά είναι ο διοικητής του κάθε Ασφαλιστικού Ταμείου και η εκάστοτε κυβέρνηση. Στην Ελλάδα η αυξημένη ένταση του προβλήματος οφείλεται στον... αυξημένο βαθμό υπεξαίρεσης των διαθεσίμων των ταμείων από το σύνολο σχεδόν του Ελληνικού πολιτικού κόσμου.

Tο ασφαλιστικό είναι, σε τελική ανάλυση, ύψιστο ζήτημα ατομικής ελευθερίας και προστασίας του δικαιώματος στην ιδιοκτησία. Είναι ή δεν είναι οι ασφαλιστικές εισφορές ιδιοκτησία του κάθε εργαζόμενου; Πρέπει ή δεν πρέπει να έχει ο εργαζόμενος ελευθερία επιλογής του ασφαλιστικού του φορέα; Για την πλειοψηφία του ελληνικού πολιτικού κόσμου η απάντηση είναι όχι. Φαίνεται ότι το πολιτικό σύστημα θέλει να διατηρεί το δικαίωμα να βάζει χέρι στην περιουσία των πολιτών και να χρησιμοποιούν τα προϊόντα της κλοπής (διότι περί κλοπής πρόκειται) για την εξαγορά ψήφων.

ΑΝΑΔΙΑΝΕΜΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ – ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Αναδιανεμητικό είναι το σύστημα στο οποίο οι νέοι πληρώνουν τις συντάξεις των παλαιότερων γενεών. Όλα τα κράτη από αυτό ξεκινούν. Το 1861, όταν η τότε ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στη δημιουργία του πρώτου ταμείου συντάξεων των δημοσίων υπάλληλων, υπήρχαν ηλικιωμένοι δικαιούχοι που δεν είχαν πληρώσει ασφαλιστικές εισφορές, άρα οι εργαζόμενοι με τις εισφορές τους κάλυπταν τις συντάξεις τους, περιμένοντας κι αυτοί να καλυφθούν από τις επόμενες γενιές. Όμως όλα τα κράτη με το πέρασμα του χρόνου υιοθετούν ένα μεικτό σύστημα για να καταλήξουν στο κεφαλαιοποιητικό  - ανταποδοτικό το οποίο λειτουργεί σαν προσωπικός κουμπαράς για κάθε εργαζόμενο. Όλα, εκτός από την Ελλάδα.

Το αναδιανεμητικό εκτός από προφανώς άδικο έχει και πολλά προβλήματα εφαρμογής:

Οι φτωχότεροι πριμοδοτούν τους πλουσιότερους

Οι φτωχότεροι μπαίνουν, ως επί το πλείστον, νωρίτερα στην αγορά εργασίας (κατευθείαν μετά το σχολείο) και αρχίζουν να καταβάλουν από τα 18 τους ασφαλιστικές εισφορές.
Επιπλέον, πεθαίνουν κατά μέσο όρο νωρίτερα, λόγω χειρότερων συνθηκών διαβίωσης, και συνεπώς παίρνουν συντάξεις, ή άλλες απολαβές, από το ασφαλιστικό σύστημα για λιγότερα χρόνια.
Έτσι, ουσιαστικά με το ισχύον σύστημα, οι φτωχότεροι επιδοτούν τους πλουσιότερους, βάζοντας λεφτά στο σύστημα τα οποία δεν επιστρέφονται στους ίδιους αλλά στους πλουσιότερους που συχνά αρχίζουν να καταβάλουν εισφορές μετά τα 25-30 τους και έχουν μεγαλύτερη μέση διάρκεια ζωής.

Είναι ευάλωτο σε ομάδες συμφερόντων

Διάφορες ομάδες που έχουν ισχύ και πρόσβαση στον πολιτικό κόσμο μπορούν μετά από πίεση να εξασφαλίζουν ειδική μεταχείριση και να παίρνουν μεγαλύτερα κομμάτια από το κοινό ταμείο της δήθεν "κοινωνικής" ασφάλισης. Χαρακτηριστικό της κατάφωρης αδικίας και ανισότητας οι διαφορετικές προϋποθέσεις και τα διαφορετικά όρια συνταξιοδότησης που οι συντεχνίες επιτυγχάνουν για τα μέλη τους με πιο εξοργιστικά τα 4 χρόνια (σε δύο θητείες) για τους βουλευτές.

Είναι ανυπεράσπιστο στις ορέξεις των πολιτικών

Καθώς δεν υπάρχει ουσιαστικά δικαιούχος της περιουσίας των ταμείων, ένας πολιτικός με απλή απόφαση μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτά τα ποσά για οτιδήποτε;  να  δώσει συντάξεις σε πολιτικούς του πελάτες, να «παίξει» με τοξικά ομόλογα, να  διορίσει  στα Ταμεία υπεράριθμο προσωπικό, να δανεισθεί από τα ταμεία άτοκα, να «επενδύσει» τα αποθεματικά σε λάθος επιλογές ή απλώς να τα κλέψει. ΟΛΑ αυτά έχουν συμβεί στην «ασφαλιστική μας ιστορία».

Δεν εξασφαλίζει αειφορία

Χρειάζονται 4 εργαζόμενοι για να συντηρούν έναν συνταξιούχο. Πριν την κρίση η αναλογία για την Ελλάδα ήταν λιγότεροι από 2 εργαζόμενοι (1,7) για κάθε συνταξιούχο!

Το μέγεθος του προβλήματος απαιτεί άμεση δράση, παραμερισμό των πολιτικών σκοπιμοτήτων, αμέριστη συνεργασία όλων των μερών, λήψη των ριζικότερων δυνατών μέτρων, φαντασία και τόλμη. Σε μία τέτοια προσπάθεια δεν μπορεί να περισσεύει τίποτα. Όλες οι διαθέσιμες δυνάμεις είναι απολύτως απαραίτητες.


 

ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΕΝΟΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Το σύστημα πρέπει να διαθέτει ένα σημαντικό δίχτυ προστασίας προς εκείνους που την έχουν ανάγκη. Το δίχτυ αυτό αποτελεί τον εκφραστή της αλληλεγγύης μεταξύ των μετεχόντων του συστήματος. Το κόστος αυτού του παράγοντα πρέπει να καλύπτεται μέσα από την γενική φορολογία.

Το σύστημα πρέπει να διασφαλίζει την πληρέστερη δυνατή ανταποδοτικότητα των καταβαλλομένων εισφορών, έτσι ώστε να είναι δίκαιο απέναντι στους μετέχοντες σε αυτό, οι οποίοι δικαίως αναμένουν μία παροχή ανάλογη των εισφορών που καταβάλλουν.

Το σύστημα πρέπει να διασφαλίζει την μακροχρόνια σταθερότητα των εισφορών, έτσι ώστε να αποφεύγεται η υπέρμετρη επιβάρυνση των νεώτερων γενεών. Η αρχή αυτή στοχεύει στην δημιουργία ενός συνταξιοδοτικού συστήματος με απόλυτα ελεγχόμενο κόστος.

Το σύστημα πρέπει να στηρίζεται, σε μεγάλο βαθμό, σε ιδιωτικά κεφαλαιοποιητικά σχήματα όπως επαγγελματικά ταμεία ή ατομικά συνταξιοδοτικά προγράμματα, με αντίστοιχη μείωση του κρατικού διανεμητικού συστήματος. Η μέγιστη δυνατή συμμετοχή του κεφαλαιοποιητικού συστήματος είναι απαραίτητη επειδή το σύστημα αυτό είναι ασφαλέστερο του διανεμητικού ιδιαίτερα απέναντι σε κινδύνους όπως αυτοί που προέρχονται από το δημογραφικό πρόβλημα. Σημειώνουμε ότι ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα δεν μπορεί ποτέ να είναι υπό κρατική διαχείριση. Αναγκαία είναι και η ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού μηχανισμού εποπτείας.

Το σύστημα πρέπει να ενσωματώνει μηχανισμούς αυτόματης προσαρμογής στο φαινόμενο της συνεχώς βελτιούμενης μακροζωίας. Το φαινόμενο αυτό θα συνεχίσει να υπάρχει για πάρα πολλά χρόνια και είναι αδύνατο να προβλεφθούν οι σχετικές εξελίξεις. Οι εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης και η συνεχώς αναπτυσσόμενη τεχνολογία, θα συνεχίσουν να συμβάλλουν αποφασιστικά στην βελτίωση της μακροζωίας του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι τα ταμεία θα πληρώνουν για περισσότερα χρόνια συντάξεις, απ’ ό,τι στο παρελθόν και οι δαπάνες για την υγεία θα είναι ιδιαίτερα αυξημένες καθώς, όπως είναι προφανές, η τρίτη ηλικία έχει περισσότερες ανάγκες περίθαλψης.

Το σύστημα πρέπει να παρέχει στο σύγχρονο άτομο δυνατότητες επιλογών. Η σύγχρονη κοινωνία δεν αποδέχεται τον αλόγιστο εξαναγκασμό. Τέτοιες δυνατότητες επιλογών μπορεί να αφορούν τη δυνατότητα του ατόμου να καθορίζει την ηλικία αποχώρησης, το τελικό ύψος της παροχής, τον φορέα διαχείρισης των εισφορών του.

Το σύστημα δεν πρέπει να θέτει εμπόδια στην κινητικότητα των εργαζομένων, από ένα εργοδότη σε έναν άλλο, από ένα επαγγελματικό τομέα σε έναν άλλο, από μία χώρα – μέλος της ΕΕ σε μία άλλη.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Το "κεφαλαιοποιητικό" ασφαλιστικό σύστημα, προβλέπει το εξής πολύ απλό:
Ο κάθε εργαζόμενος έχει έναν ατομικό συνταξιοδοτικό λογαριασμό. Κάτι σαν τον λογαριασμό που έχουμε στην τράπεζα ή σε μια εταιρεία αμοιβαίων κεφαλαίων. Μόνο που τους λογαριασμούς αυτούς διαχειρίζονται ειδικές εταιρείες που έχουν συσταθεί για αυτό το σκοπό και οι οποίες βρίσκονται υπό κοινωνικό έλεγχο και υπό τον έλεγχο του κράτους ως προς τη διαχείρισή τους. Κάτι σαν τις τράπεζες ή τις εταιρείες αμοιβαίων κεφαλαίων δηλαδή. Στον λογαριασμό αυτόν που είναι ατομική ιδιοκτησία του κάθε εργαζομένου μπαίνουν κάθε μήνα οι ασφαλιστικές του εισφορές. Δεν καταλήγουν δηλαδή σε ένα "κοινό και αδιαφανές καλάθι" αλλά ο κάθε εργαζόμενος μπορεί να ξέρει ανά πάσα στιγμή ποιο ποσό έχει συγκεντρώσει από τις ασφαλιστικές του εισφορές. Το ποσό αυτό φυσικά έχει μια ετήσια απόδοση καθότι επενδύεται σε ασφαλείς τοποθετήσεις, και έτσι σιγά-σιγά δημιουργείται ένα αξιοσέβαστο κεφάλαιο (εξ ου και ο όρος "κεφαλαιοποιητικό"). Το κεφάλαιο αυτό δεν μπορεί να το αγγίξει κανένας καθώς θεωρείται ατομική ιδιοκτησία του εργαζόμενου και όχι δημόσιος πόρος.


Πότε βγαίνει στη σύνταξη ο εργαζόμενος;

Σε αντίθεση με το αναδιανεμητικό σύστημα ο κάθε εργαζόμενος μπορεί να επιλέγει ο ίδιος τον χρόνο συνταξιοδότησής του και το ποσό της σύνταξής του, από μια κλίμακα επιλογών. Νωρίτερα στη σύνταξη; Μικρότερο ποσό. Αργότερα; Μεγαλύτερο ποσό.

Τι γίνεται με τους ασφαλισμένους εκείνους που δεν καταφέρνουν να συγκεντρώσουν ένα ελάχιστο κεφάλαιο, επαρκές για μια αξιοπρεπή διαβίωση, κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου;

Στην περίπτωση αυτή το κράτος χορηγεί με επιβάρυνση του προϋπολογισμού μια προκαθορισμένη ελάχιστη εθνική σύνταξη – και όποιο ανεπαρκές ποσό συγκέντρωσε ο συνταξιοδοτούμενος μεταφέρεται στο Δημόσιο Ταμείο.

Μπορεί το κεφαλαιοποιητικό σύστημα να εφαρμοστεί αμέσως;

Όχι. Διότι αν ένας ασφαλισμένος σήμερα ξεκινήσει να σχηματίζει αυτόν τον προσωπικό αποταμιευτικό λογαριασμό με όλες τις εισφορές του, θα πρέπει να σταματήσει εντελώς η καταβολή συντάξεων καθώς και αυτά τα χρήματα πηγαίνουν – όλα - στις συντάξεις άλλων.

Άρα χρειάζεται να δημιουργηθεί ένας λογαριασμός νοητός στον οποίον θα καταγράφονται οι εισφορές του ασφαλισμένου και θα τοκίζονται. Ο ασφαλισμένος θα συνταξιοδοτείται βάσει αυτού του λογαριασμού που θα αποτυπώνει 100% τις εισφορές του. Το ότι είναι νοητός (δεν έχει δηλαδή χρήματα) δεν έχει καμία σημασία διότι ούτως ή άλλως, δεν θα μπορούσε να γίνει ανάληψη απ΄αυτόν, παρά μόνο επένδυση.

Όσο οι πολίτες ενημερώνονται και αρχίζουν να αντιδρούν, τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες για μια γρήγορη (και άρα λιγότερο επώδυνη) αλλαγή του συστήματος και μετάβαση σ' ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα όπου οι ασφαλιστικές εισφορές του εργαζόμενου θα ανήκουν σ' αυτόν και μόνο.


 

Η ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚH ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΜΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ

Η δομή του συστήματος – Γενικές ρυθμίσεις

Με βάση τις παραπάνω αρχές και την πολύτιμη εμπειρία που έχει προκύψει από τα υπάρχοντα συνταξιοδοτικά συστήματα διεθνώς και των μεταρρυθμίσεων που ήδη έγιναν σε άλλες χώρες, εντός και εκτός ΕΕ, καθώς και με βάση τις συμβουλές που απευθύνει η ΕΕ στα κράτη - μέλη, προτείνεται η παρακάτω δομή του συνταξιοδοτικού συστήματος η οποία βασίζεται σε τρεις άξονες:

  1. Ο 1ος άξονας είναι υποχρεωτικός και βασίζεται στο διανεμητικό σύστημα. Οι παροχές του διαμορφώνονται μέσω της μεθόδου της Καθορισμένης Εισφοράς με Νοητή Κεφαλαιοποίηση (βλ. Παράρτημα – Ορισμοί). Η διαχείριση γίνεται από έναν ενιαίο κρατικό φορέα.

  2. Ο 2ος άξονας είναι υποχρεωτικός και βασίζεται στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Οι εργοδότες θα μπορούν σε συνεργασία με το προσωπικό τους να δημιουργούν συνταξιοδοτικά προγράμματα ως Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης. Αντίστοιχες λύσεις θα πρέπει να διαμορφωθούν και για μη μισθωτούς κύρια μέσα από τις επαγγελματικές ενώσεις ή με ατομικές λύσεις.

  3. Ο 3ος άξονας είναι προαιρετικός και βασίζεται στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Αποτελείται από ειδικά προγράμματα ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή άλλων αποταμιευτικών οργανισμών.

Στον 1ο άξονα θα περιλαμβάνεται και ένας παράγοντας που θα αφορά την κατώτατη σύνταξη (βλ. παρακάτω).

Το προτεινόμενο σύστημα στο σύνολό του δεν κάνει κανένα διαχωρισμό μεταξύ ανδρών και γυναικών εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό μία ουσιαστική ισότητα των δύο φύλων στον χώρο των συντάξεων.

Ο 1ος άξονας

Στα πλαίσια ενός ενιαίου κρατικού οργανισμού δημιουργείται για κάθε ασφαλισμένο  ειδική ατομική μερίδα (ατομικός λογαριασμός). Σε αυτό το λογαριασμό καταγράφονται οι καταβαλλόμενες εισφορές οι οποίες ανέρχονται σε ποσοστό 15% των αποδοχών. Για τους μισθωτούς, το 10% καταβάλλεται από τον εργοδότη και το 5% από τον ασφαλισμένο. Για τους αυτοαπασχολούμενους το 15% καταβάλλεται επί των εικονικών αποδοχών.

Η δημιουργία αυτών των ατομικών λογαριασμών γίνεται με το σύστημα της Νοητής Κεφαλαιοποίησης. Δηλαδή, τα ποσά αυτά δεν αποθεματοποιούνται αλλά διατίθενται άμεσα για την κάλυψη των καταβαλλομένων συντάξεων (διανεμητικό σύστημα). Ουσιαστικά πρόκειται απλώς για ένα σύστημα καταγραφών στο οποίο αποτυπώνονται οι αξίες των δικαιωμάτων των ασφαλισμένων και όχι για πραγματικούς λογαριασμούς.

Τα ποσά που καταγράφονται στον κάθε ατομικό λογαριασμό επαυξάνονται ετησίως με εικονικό τόκο ίσο με το εκάστοτε ποσοστό πληθωρισμού προσαυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα (πληθωρισμός + 1%).

Για 40 χρόνια ασφάλισης, η παραπάνω διαδικασία μπορεί, χονδρικά, να αποδώσει σύνταξη ίση με 40% του τελικού μισθού.

Ο ενιαίος κρατικός φορέας διαθέτει ειδική υπηρεσία η οποία μελετά συνεχώς την εξέλιξη της θνησιμότητας των ασφαλισμένων και εκτιμά τις μελλοντικές τάσεις στον τομέα αυτό. Η υπηρεσία αυτή δημιουργεί πίνακες αναμενόμενης θνησιμότητας - επιβιωσιμότητας ανάλογα με το έτος γέννησης των ασφαλισμένων. Για την αποφυγή διακρίσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών, δημιουργούνται πίνακες θνησιμότητας ανεξαρτήτως του φύλου των ασφαλισμένων (σύνθετοι πίνακες θνησιμότητας)[1]. Η υπηρεσία αυτή δημιουργεί και τους συντελεστές μετατροπής, σε ισοδύναμη σύνταξη, του ποσού που είναι καταγραμμένο στον ατομικό λογαριασμό.

ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ 1 :

Οι συντελεστές μετατροπής, ενός εφάπαξ ποσού σε ισοδύναμη μηνιαία ισόβια σύνταξη, προκύπτουν από αναλογιστικούς μαθηματικούς τύπους που λαμβάνουν υπόψη :

·         Τα έτη που αναμένεται να ζήσει ο ασφαλισμένος (προσδόκιμο επιβίωσης),

·         Το είδος της παροχής (δηλαδή αν θα είναι απλή ισόβια σύνταξη, ή και μεταβιβαζόμενη ισόβια στην χήρα ή τον χήρο σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, ή και μεταβιβαζόμενη σε ανήλικα ορφανά σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου κλπ),

·         Ένα επιτόκιο υπολογισμού της παρούσας αξίας των παραπάνω καταβολών.

Με τον τρόπο αυτό καθορίζεται μία αντικειμενική και εύκολη μέθοδος μετατροπής σε κατάλληλη σύνταξη, του ποσού που έχει καταγραφεί στον ατομικό λογαριασμό του κάθε ασφαλισμένου.

Το ύψος της σύνταξης που δικαιούται ο κάθε ασφαλισμένος προκύπτει από την αξία που είναι καταγραμμένη στον ατομικό του λογαριασμό και το συντελεστή μετατροπής. Ο κάθε ασφαλισμένος μπορεί να πληροφορείται άμεσα το ποσό της σύνταξης που μπορεί να πάρει αν αποφασίσει να αποχωρήσει άμεσα. Αν εκτιμά ότι το ποσό που δικαιούται δεν του επαρκεί για την συνταξιοδότησή του, τότε μπορεί να επιλέξει να παραμείνει για ένα ακόμη χρονικό διάστημα. Αν παραμείνει, τότε :

  • θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο ο ατομικός του λογαριασμός (με νέες εισφορές και εικονικούς τόκους) και

  • θα αυξηθεί η ηλικία του, με ταυτόχρονη αντίστοιχη μείωση του προσδόκιμου επιβίωσης.

Οι δύο αυτοί παράγοντες θα συντελέσουν στην αύξηση της υπολογιζόμενης σύνταξης, μέχρις ότου ο ασφαλισμένος κρίνει ότι το ποσό αυτό είναι αρκετό για αυτόν και αποφασίσει να συνταξιοδοτηθεί. Με τον τρόπο αυτό δεν υπάρχει κανένας αυστηρός προκαθορισμός της ηλικίας συνταξιοδότησης, αλλά εναπόκειται στον κάθε ασφαλισμένο να κρίνει την κατάλληλη στιγμή ανάλογα με τις επιθυμίες του και το ποσό της σύνταξης που δικαιούται κάθε φορά.

ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ 2 :

Για το ίδιο ποσό αξίας του ατομικού λογαριασμού, δύο ασφαλισμένοι διαφορετικής ηλικίας θα πάρουν διαφορετική σύνταξη. Ο νεώτερος θα πάρει χαμηλότερη σύνταξη γιατί αναμένεται να ζήσει περισσότερα χρόνια από τον παλαιότερο.

ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ 3 :

Ακόμη, δύο ασφαλισμένοι που γεννήθηκαν σε διαφορετικά έτη (π.χ. 1945 και 1955) και οι οποίοι, όταν φθάσουν ο καθένας στην ηλικία των 65 ετών και έχουν (συμπτωματικά) το ίδιο ποσό αξίας στους ατομικούς τους λογαριασμούς, θα πάρουν διαφορετική παροχή. Παρά το γεγονός ότι συνταξιοδοτούνται στην ίδια ηλικία (65 ετών) και έχουν το ίδιο ποσό στους ατομικούς λογαριασμούς, εν τούτοις, αυτός που γεννήθηκε το 1955 θα πάρει χαμηλότερη παροχή από αυτόν που γεννήθηκε το 1945, γιατί το προσδόκιμο της επιβίωσης του είναι μεγαλύτερο επειδή ανήκει σε νεώτερη γενεά.

Ενδεικτικά, οι συντελεστές μετατροπής θα παρουσιάζουν την παρακάτω εικόνα:

Ηλικία

Συντελεστές Μετατροπής για γεννηθέντες το 1950

Συντελεστές Μετατροπής για γεννηθέντες το 1960

61

213,48

224,15

62

206,62

216,95

63

199,72

209,71

64

192,79

202,42

65

185,82

195,10

ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ 4 :

Έστω δύο ασφαλισμένοι, ο ένας γεννήθηκε το 1950 και ο άλλος το 1960.

Ο πρώτος φθάνει σε ηλικία 61 ετών και έχει ατομικό λογαριασμό ύψους €300.000. Αν θελήσει να συνταξιοδοτηθεί σε αυτή την ηλικία θα λάβει σύνταξη ίση με : 300.000 / 213,48 = €1.405 το μήνα.

Ο δεύτερος φθάνει σε ηλικία 61 ετών και υποθέτουμε ότι έχει το ίδιο ποσό στον ατομικό του λογαριασμό. Αν θελήσει να συνταξιοδοτηθεί σε αυτή την ηλικία θα λάβει σύνταξη ίση με : 300.000 / 224,15 = €1.338 το μήνα. Παρατηρούμε ότι παρά το γεγονός ότι έχει το ίδιο ποσό ατομικού λογαριασμού στην ίδια ηλικία, εν τούτοις δικαιούται χαμηλότερη σύνταξη επειδή αναμένεται να ζήσει περισσότερο από τον προηγούμενο. Αν αποφασίσει να παραμείνει για ένα ακόμη χρόνο στην εργασία θα έχει ατομικό λογαριασμό ίσο με €325.000 και η σύνταξη που θα δικαιούται θα είναι : 325.000 / 216,95 = €1.498 το μήνα.

Με την παραπάνω περιγραφόμενη δομή του 1ου άξονα κατορθώνεται η θέσπιση ενός πλήρως ανταποδοτικού σχήματος. Ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό αυτής της δομής είναι ότι παγιώνεται το ποσοστό εισφορών και αφήνεται το ύψος της παροχής να ρυθμιστεί με την επιλογή της ηλικίας συνταξιοδότησης.

Για τους αυτοαπασχολούμενους καθορίζεται ένα καθεστώς εικονικών αποδοχών, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η διαμόρφωση επαρκούς και λειτουργικού ασφαλιστικού καθεστώτος και για αυτούς. Το καθεστώς αυτό θα καθοριστεί κατόπιν ειδικής μελέτης και θα καταλήγει σε ένα εικονικό μισθό ανάλογα με τα έτη συμμετοχής καθενός στο ασφαλιστικό σύστημα. Ένα παρόμοιο καθεστώς ισχύει ήδη για τους αυτοαπασχολούμενους που ασφαλίζονται για πρώτη φορά από την 1/1/1993 και μετά.

Όμως, επειδή ο άξονας αυτός παραμένει διανεμητικός, εξακολουθούν να υπάρχουν (σε μικρότερο όμως βαθμό) τα προβλήματα που χαρακτηρίζουν ένα διανεμητικό σύστημα. Η παραμονή του άξονα αυτού στο διανεμητικό σύστημα κρίνεται αναγκαία εκ των πραγμάτων αφού η άμεση μετάβαση σε ένα πλήρως κεφαλαιοποιητικό σύστημα δεν είναι εύκολα εφικτή (βλ. παρακάτω). Μέσα από κατάλληλες μεταβατικές διατάξεις μπορεί να ρυθμιστεί κάποια σταδιακή μείωση του άξονα αυτού με αντίστοιχη αύξηση των άλλων δύο αξόνων που είναι κεφαλαιοποιητικοί.


 

Ο 2ος άξονας

Ο άξονας αυτός έχει ήδη θεσμοθετηθεί με το νόμο 3029/2002 ο οποίος καθιέρωσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον τομέα των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ). Όμως, υπάρχουν πολλά ακόμα να γίνουν για να μπορέσει ο τομέας των ΤΕΑ να αναπτυχθεί και να παίξει το ρόλο που του αρμόζει στο συνταξιοδοτικό μας σύστημα.

Χρειάζεται παραπέρα ανάπτυξη του υπάρχοντος νομικού πλαισίου των ΤΕΑ προκειμένου να:

  • Δοθούν κατάλληλα κίνητρα (π.χ. φορολογικά)

  • Ισχυροποιηθεί η εποπτεία του τομέα αυτού

  • Περιοριστεί το ενδεχόμενο οικονομικών δυσκολιών (ή πτωχεύσεων) τέτοιων φορέων

  • Να γίνει προσπάθεια προβολής του τομέα των ΤΕΑ και να γνωστοποιηθούν τα πλεονεκτήματά του σε εργαζόμενους και εργοδότες.

Χρειάζεται να ενισχυθούν ο ρόλος και οι δυνατότητες της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής ως επόπτη του τομέα της Επαγγελματικής Ασφάλισης.

Να καθιερωθεί ο θεσμός του Ανάδοχου της δημιουργίας ενός ΤΕΑ. Ο Ανάδοχος είναι το νομικό πρόσωπο που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία της ίδρυσης ενός ΤΕΑ και καθορίζονται οι ευθύνες του και ο ρόλος του. Ο Ανάδοχος μπορεί να είναι:

  1. Μία επιχείρηση (ή μία ομάδα επιχειρήσεων), που δημιουργεί ένα ΤΕΑ για το προσωπικό της.
  2. Ένα επαγγελματικό σωματείο (ή μία ομοσπονδία) που δημιουργεί ένα ΤΕΑ για τα μέλη του.
  3. Ένας αγροτικός συνεταιρισμός που δημιουργεί ένα ΤΕΑ για τα μέλη του.
  4. Μία τράπεζα ή μία ασφαλιστική εταιρία, που δημιουργεί ένα ή περισσότερα προϊόντα (κάτω από ειδικό νομικό πλαίσιο) τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ισότιμα με Επαγγελματική Ασφάλιση και να απολαμβάνουν το ίδιο φορολογικό καθεστώς (ανοικτά ταμεία).

Η συμμετοχή στα ΤΕΑ θα είναι προαιρετική. Θα πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα ύπαρξης και ΤΕΑ υποχρεωτικής συμμετοχής αν κριθεί ότι η οικονομική κατάσταση του  1ου άξονα δεν του επιτρέπει να επωμιστεί ούτε μέσου επιπέδου ποσά συντάξεων και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να αναβαθμιστεί ο ρόλος του 2ου άξονα προκειμένου να καλύψει το κενό.

Πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στη δημιουργία ισχυρού νομικού πλαισίου που θα προστατεύει τα ταμεία αυτά από:

  • διοικητικές αστοχίες,

  • παράλογα επικίνδυνες επενδυτικές επιλογές,

  • αντιδεοντολογικούς χειρισμούς από πλευράς του αναδόχου

  • από άγνοια των αρμοδίων οργάνων και έλλειψη πλήρους και αναλυτικής ενημέρωσης των μελών

  • ενέργειες που αποβαίνουν ενάντια στα συμφέροντα των μελών,

Φορολογικό πλαίσιο με ισχυρά κίνητρα ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που η συμμετοχή σε ΤΕΑ είναι προαιρετική. Τα κίνητρα να ευνοούν τις παροχές συντάξεων σε αντίθεση με τις παροχές εφάπαξ.

Να μελετηθεί η δημιουργία συστημάτων αντασφάλισης ή pooling για τους τυπικούς κινδύνους που μπορεί να φέρουν τα ΤΕΑ (π.χ. κίνδυνοι μακροβιότητας, κλπ).

Να αναπτυχθεί ειδικό νομικό πλαίσιο για ΤΕΑ που θα καλύπτουν τα μέλη τους για παροχές ασφάλισης υγείας.

Να καθιερωθεί πλήρες και αναλυτικό πλαίσιο ενημέρωσης των μελών για την πορεία, την μακροχρόνια βιωσιμότητα και τα οικονομικά αποτελέσματα και την προοπτική των παροχών του φορέα.

Ο 3ος άξονας

Στο πυλώνα αυτό εντάσσονται πρόσθετες παροχές που διαμορφώνονται μέσα από προαιρετικά ατομικά ασφαλιστήρια ή άλλα αποταμιευτικά προγράμματα τα οποία μπορούν να συνάπτονται με ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Τα προγράμματα αυτά υπόκεινται σε ειδική άδεια από την αρμόδια εποπτική αρχή και υπακούουν σε ορισμένες προδιαγραφές (χαμηλό κόστος, διαφάνεια κλπ). Για τα προγράμματα αυτά δίδονται επιπλέον φορολογικά κίνητρα.

Τα φορολογικά κίνητρα για τους ασφαλισμένους θα αφορούν απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος μέχρι κάποιο ετήσιο όριο εισφορών.

Αν ο ασφαλισμένος θελήσει να διακόψει το πρόγραμμα και να εισπράξει το προϊόν του προγράμματος, τότε αυτό θα φορολογηθεί με τον υψηλότερο συντελεστή φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, για το τμήμα του προϊόντος το οποίο προέκυψε από αφορολόγητες εισφορές.

Οι παροχές των προγραμμάτων αυτών υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος για το μέρος εκείνο που προέρχεται από αφορολόγητες εισφορές.

Προβλήματα μετάβασης

Η μετάβαση από ένα διανεμητικό σύστημα σε ένα (μερικώς ή ολικώς) κεφαλαιοποιητικό σύστημα συναντά ορισμένα σημαντικά προβλήματα με κυριότερο εξ αυτών την απόσυρση πόρων από τις τρέχουσες καταβολές συντάξεων προκειμένου αυτοί να σχηματίσουν τα αποθεματικά της κεφαλαιοποίησης. Αυτός είναι ένα βασικός  λόγος που εμποδίζει μία στροφή προς ένα πλήρως κεφαλαιοποιητικό σύστημα.

Από την άλλη μεριά, κρίνουμε ότι η μετάβαση σε ένα απόλυτα κεφαλαιοποιητικό σύστημα δεν είναι άμεσα εφικτή. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι ο οποιοσδήποτε διανεμητικός παράγοντας υπάρχει, πρέπει να έχει ένα περιορισμένο μέγεθος, έτσι ώστε να είναι εύκολα ελεγχόμενες οι συνέπειες των κινδύνων που σχετίζονται με τα διανεμητικά συστήματα.

Το παραπάνω προτεινόμενο συνταξιοδοτικό σύστημα διαθέτει ένα σημαντικό διανεμητικό παράγοντα ο οποίος στην αρχή, αναγκαστικά, θα είναι μεγάλος αλλά θα πρέπει σταδιακά να περιοριστεί με αντίστοιχη αύξηση των κεφαλαιοποιητικών παραγόντων.

Προκειμένου να διευκολυνθεί η μετάβαση θα πρέπει το ύψος των σημερινών εισφορών για κύρια σύνταξη να παραμείνει το ίδιο επίπεδο. Οι εισφορές αυτές για το ΙΚΑ ανέρχονται σε 20% των αποδοχών και μέχρι το πλαφόν του ΙΚΑ (6,33% 0 εργαζόμενος και 13,67% ο εργοδότης). Όπως ήδη αναφέραμε, με το προτεινόμενο σύστημα μόνο το 15% χρησιμοποιείται για την διαμόρφωση της παροχής, το υπόλοιπο 5% εξακολουθεί να καταβάλλεται για ορισμένα, τουλάχιστον, χρόνια.

Οι υπάρχοντες κοινωνικοί πόροι ή άλλοι πόροι που καταβάλλονται από τρίτους, εξακολουθούν να ισχύουν για όσα χρόνια κριθεί απαραίτητο, με προοπτική κατάργησής τους. Όσοι από αυτούς αποτελούν υποκατάστατο προσωπικών ή εργοδοτικών εισφορών αποχαρακτηρίζονται και συμψηφίζονται με το ύψος των εισφορών αυτών, όπως προκύπτει από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, το ενδεχόμενο πλεόνασμα καταχωρείται στα γενικά έσοδα του ενιαίου φορέα.

Ο νέος ενιαίος οργανισμός ασφάλισης αναλαμβάνει όλα τα περιουσιακά στοιχεία, και τις απαιτήσεις των υπαρχόντων μέχρι σήμερα ασφαλιστικών φορέων κύριας και επικουρικής σύνταξης. Ακόμη, ο ενιαίος φορέας αναλαμβάνει και όλες τις υποχρεώσεις του παλαιού συστήματος. Ωστόσο, κάποιες σημαντικές καταβολές από τον κρατικό προϋπολογισμό θα πρέπει να γίνονται για το χρονικό αυτό διάστημα λόγω αναγκών χρηματοδότησης του φορέα αυτού.

Καθορίζεται συγκεκριμένη ημερομηνία ως Ημερομηνία Συνολικής Μετάβασης στο Νέο Σύστημα. Όλοι οι υπάρχοντες φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης συγχωνεύονται σε ένα ενιαίο φορέα ο οποίος θα αναλάβει και τον 1ο άξονα του νέου συστήματος. Γίνεται ένας τελικός διακανονισμός ενιαίων ορίων ηλικίας και κάποιου λογικού ύψους παροχών του παλαιού συστήματος. Με βάση το καθεστώς αυτό υπολογίζεται η αξία των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του κάθε ασφαλισμένου, μέχρι την Ημερομηνία Συνολικής Μετάβασης στο Νέο Σύστημα, για κύρια και επικουρική σύνταξη. Η αξία αυτών των δικαιωμάτων καταγράφεται σαν αρχικό ποσό στον ατομικό λογαριασμό του 1ου άξονα και συνεχίζουν να καταγράφονται σε αυτόν οι εισφορές του νέου συστήματος.

Με τον ίδιο τρόπο ο ενιαίος φορέας αναλαμβάνει και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις που έχουν σωρευτεί στους υπάρχοντες φορείς πρόνοιας (εφάπαξ). Οι φορείς αυτοί παύουν να υπάρχουν και οι ασφαλισμένοι τους μπορούν να συνεχίσουν την συμμετοχή τους στα σχήματα του τρίτου πυλώνα κάνοντας χρήση των απαλλαγών φόρου ύψους 4% των αποδοχών (απαλλαγή που ισχύει σήμερα για τους ασφαλισμένους των φορέων πρόνοιας).

Σταδιακά, ανά πενταετία, γίνεται μείωση της εισφοράς του 15% που προβλέπεται για τον 1ο άξονα και η διαφορά μεταφέρεται στις υποχρεωτικές εισφορές του 2ου άξονα.

 

ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΙ ΤΟΥ ΟΑΕΕ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ

 

Η “Δημιουργία, Ξανά!” ζητά:

1. Να μην γίνει καμία κατάσχεση και καμία σύλληψη ασφαλισμένου για αδυναμία πληρωμής εισφορών.

2. Να μην διακοπεί σε κανέναν η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

3. Να διαγραφεί κάθε πρόστιμο από καθυστέρηση καταβολής εισφορών.

4. Να πάψει η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών να είναι προϋπόθεση για νόμιμη επαγγελματική δραστηριότητα.

5. Να διαχωρισθούν οι εισφορές για την υγεία από τις εισφορές για την σύνταξη.

6. Να δημιουργηθεί ηλεκτρονικός «Προσωπικός Ασφαλιστικός Λογαριασμός» στον οποίο κάθε ασφαλισμένος θα βλέπει τι έδωσε και τι πήρε από τον ασφαλιστικό του φορέα. Ο λογαριασμός θα περιέχει αναλογιστική μελέτη με διαφορετικά σενάρια και δυνατότητες επιλογών, ώστε ο ασφαλισμένος να ξέρει τι παροχές έχει σε κάθε επίπεδο ασφαλίστρων, πότε μπορεί να βγει στη σύνταξη με ποιο μηνιαίο ποσό.

Για όσους δεν έχουν σήμερα να πληρώσουν, ζητάμε να θεωρούνται λογιστικά ενήμεροι και τα αντίστοιχα ποσά να αφαιρεθούν από τις συνολικές ασφαλιστικές τους καταβολές, με ανάλογη μείωση του ποσού της σύνταξης, στο τέλος της επαγγελματικής τους πορείας. Φυσικά, μπορούν αργότερα, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, να καλύψουν το ποσό, και να μην έχουν καμιά μείωση.

7. Να πάψει η προκλητική και εξοργιστική ανισότητα στη χρηματοδότηση των ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό. Το κράτος (δηλαδή εμείς με τους φόρους μας) δίνει 200 ευρώ τον μήνα ανά συνταξιούχο του ΟΑΕΕ, τη στιγμή που για κάθε συνταξιούχο της ΔΕΗ και του ΟΤΕ δίνει 1300 και 916 ευρώ τον μήνα αντίστοιχα!!! Πέρα από το ποσό που καταβάλλει το ίδιο το ταμείο τους! Το διανοείστε; Ένα χρεοκοπημένο κράτος και δανείζεται και ληστεύει τον εργαζόμενο των 500 ευρώ για να συνεχίσει να «τσοντάρει» κάθε μήνα με το διπλάσιο του βασικού μισθού τις συντάξεις των κομματικών του στρατών! Το κράτος πρέπει να συμμετέχει με το ίδιο ποσό για κάθε συνταξιούχο είτε είναι του ΟΑΕΕ, είτε του ΙΚΑ είτε των πελατειακών «ευγενών» (με τα χρήματα των άλλων) ταμείων.

Θεωρούμε ότι επιτέλους πρέπει να ανοίξουμε τον δυσώδη και αμαρτωλό φάκελο του ασφαλιστικού και να υιοθετήσουμε το μόνο δίκαιο σύστημα, αυτό που εφαρμόζεται σε όλα τα σοβαρά κράτη: το ανταποδοτικό / κεφαλαιοποιητικό. Δηλαδή οι εισφορές για κάθε ασφαλισμένο, είτε είναι επαγγελματίας είτε εργαζόμενος, να μπαίνουν στον προσωπικό του «κουμπαρά» και να αποφασίζει εκείνος τον τρόπο της διαχείρισης ή επένδυσής του. Η σύνταξή του και οι παροχές υγείας να προέρχονται από αυτόν τον λογαριασμό. Έτσι ώστε κανένας να μην πληρώνει για παροχές άλλου. Το κράτος να καλύπτει μόνο τους αποδεδειγμένα αδύναμους.

Η "Δημιουργία, Ξανά!" ΄εχει ξεκινήσει αγώνα ενάντια στην εξόντωση των ελεύθερων επαγγελματιών. Ενώστε τις φωνές σας μαζί μας. Όλοι μαζί έχουμε δύναμη. Διαδώστε αυτή την πρωτοβουλία. Στο www.antistekomaste.gr μπορείτε να συμμετέχετε στην οργάνωση της αντίστασης με ιδέες, προτάσεις και εθελοντική εργασία.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

ΟΡΙΣΜΟΙ

Τι είναι το συνταξιοδοτικό σύστημα

Το συνταξιοδοτικό σύστημα είναι το σύνολο των κανόνων και των μηχανισμών που αποσκοπούν στην διαμόρφωση ενός ικανοποιητικού εισοδήματος για τους ηλικιωμένους όταν αυτοί αποσύρονται από την εργασία, επειδή η ικανότητά τους να εργάζονται και να παράγουν εισόδημα μειώνεται με την αύξηση της ηλικίας. Στα γενικότερα πλαίσια του συνταξιοδοτικού συστήματος εντάσσεται και το κοινωνικο-ασφαλιστικό σύστημα το οποίο δημιουργεί το κράτος, αλλά και πιθανά ιδιωτικά σχήματα τα οποία μπορεί να προβλέπονται από την νομοθεσία της συγκεκριμένης χώρας και τα οποία στοχεύουν προς την ίδια κατεύθυνση.

Σύστημα Καθορισμένης Παροχής

Όταν ένα συνταξιοδοτικό σύστημα λειτουργεί σύμφωνα με την μέθοδο της Καθορισμένης Παροχής (ΚΠ) τότε υπάρχει πάντα ένας καθορισμένος τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται η παροχή (σύνταξη). Ο τρόπος αυτός έχει συνήθως την μορφή ενός μαθηματικού τύπου με βάση τον οποίο υπολογίζεται η παροχή σαν συνάρτηση κάποιων συντάξιμων αποδοχών ή άλλων παραγόντων.

Στα προγράμματα ΚΠ προκαθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της παροχής και η εισφορά υπόκειται στο ενδεχόμενο κάποιων προσαρμογών προκειμένου να μπορέσει το πρόγραμμα (ή το Ταμείο) να αντεπεξέλθει στην καταβολή της παροχής αυτής.

Μπορούμε να πούμε ότι σε ένα σύστημα ΚΠ, είναι προκαθορισμένο το ύψος της παροχής και ο άγνωστος χ είναι το ύψος των εισφορών.

Σύστημα Καθορισμένης Εισφοράς

Αντίθετα, τα προγράμματα Καθορισμένης Εισφοράς (ΚΕ) δεν έχουν το πρόβλημα της παραπάνω αστάθειας των εισφορών. Στα προγράμματα αυτά, όπως φαίνεται και από την ονομασία τους, οι εισφορές είναι παγιωμένες (καθορισμένες) σε συγκεκριμένο επίπεδο. Το πρόβλημα με αυτά τα προγράμματα είναι ότι οι παροχές δεν προκαθορίζονται αλλά διαμορφώνονται ανάλογα με τα ποσά των εισφορών και την τρέχουσα εμπειρία του προγράμματος (κύρια την απόδοση των επενδύσεων). Ουσιαστικά η παροχή ενός τέτοιου προγράμματος διαμορφώνεται από τις καταβληθείσες εισφορές μαζί με τους τόκους που αποδίδει η επένδυση των εισφορών.

Μπορούμε να πούμε ότι σε ένα σύστημα ΚΕ, είναι προκαθορισμένο το ύψος της εισφοράς και ο άγνωστος χ είναι το τελικό ύψος της παροχής.

Νοητή Κεφαλαιοποίηση (Notional Funding)

Σύμφωνα με την μέθοδο αυτή τα ποσά των εισφορών καταχωρούνται σε ένα ‘νοητό’ λογαριασμό ο οποίος πιστώνεται με εικονικούς τόκους. Τα ποσά των εισφορών στην πραγματικότητα δεν επενδύονται αλλά χρησιμοποιούνται για τις καταβολές των παροχών των υπαρχόντων συνταξιούχων (διανεμητικό σύστημα). Παρά το γεγονός ότι τα ποσά διανέμονται άμεσα και δεν καταχωρούνται σε κάποιο αποθεματικό, εν τούτοις γίνεται καταγραφή των ποσών και πιστώνεται τόκος σαν αυτά να ήταν επενδυμένα. Ο τόκος δεν παράγεται, όπως είναι φυσικό, από την απόδοση κάποιων επενδύσεων αλλά καθορίζεται αυθαίρετα από την αρμόδια αρχή.

 


[1] Αν δεν γίνει αυτό, τότε οι γυναίκες θα έχουν χαμηλότερες συντάξεις από τους άνδρες επειδή είναι διαπιστωμένο ότι ζουν περισσότερο από αυτούς.

 

Διαβάστε εδώ Η ΠΡΑΣΙΝΗ ΒΙΒΛΟΣ

 

 

 

 

Normal 0 false false false EL X-NONE X-NONE MicrosoftInternetExplorer4

ΜΙΑ ΔΥΣΚΟΛΗ ΕΞΙΣΩΣΗ

Η εξυγίανση ενός βαθιά προβληματικού συνταξιοδοτικού συστήματος δεν μπορεί να θεωρηθεί εύκολη υπόθεση, ούτε μπορεί να γίνει χωρίς θυσίες. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ένα σύστημα όπως το Ελληνικό, το οποίο αφέθηκε να φθάσει σε σημείο προχωρημένης σήψης, προτού τεθεί το θέμα της εξυγίανσής του.

Το μέγεθος του προβλήματος φανερώνεται με αμείλικτο τρόπο από το ύψος της σημερινής αξίας των μελλοντικών αναγκών για επιχορηγήσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά και από τις μαζικές και απανωτές περικοπές παροχών που συμβαίνουν κατά τα τελευταία χρόνια κάτω από την πίεση των διάφορων Μνημονίων.

Το ύψος του μακροχρόνιου αναλογιστικού ελλείμματος των Ελληνικών συντάξεων φαίνεται να υπερβαίνει το 300% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Σε απλά ελληνικά, για να πληρώνουμε πάντα τις συντάξεις που έχουμε σήμερα θα έπρεπε να είχαμε τριπλάσιο εθνικό προϊόν! Δεν υπάρχει καμμία χώρα στον κόσμο της οποίας το συνταξιοδοτικό σύστημα να «κουβαλάει» τέτοιου ύψους υποχρεώσεις.

 

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ

Αυτή η χώρα έχει και σοβαρούς ανθρώπους. Το 1997 ο καθηγητής Γιάννης Σπράος κοινοποίησε την έκθεσή του για το επερχόμενο ναυάγιο του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Όλοι, με τη λαϊκή Δεξιά στην… πρωτοπορία, έπεσαν να τον «φάνε». Τον χαρακτήρισαν στυγνό τεχνοκράτη και ανάλγητο. Λίγα χρόνια αργότερα, το 2001 ο τότε υπουργός Εργασίας Τάσος Γιαννίτσης επιχείρησε ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Πάλι ξεσηκώθηκαν οι πάντες με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί η προσπάθεια. Ο λαϊκισμός θριάμβευσε καταλήγοντας στην απίστευτη διατύπωση των τριών «χωρίς» που υιοθέτησαν όλα τα κόμματα και οι δημοσιογράφοι εν χορώ: Θα μεταρρυθμίσουμε το ασφαλιστικό: α) χωρίς να μειωθούν οι συντάξεις β) χωρίς να αυξηθούν τα όρια ηλικίας γ) χωρίς να αυξηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές. Μα αυτά τα τρία είναι που καθορίζουν την πορεία του ασφαλιστικού! Πώς γίνεται να αλλάξεις κάτι που εξαρτάται από τρεις παραμέτρους χωρίς να αλλάξεις καμμία από αυτές; Αυτή η «ηθική» της απόλυτης πολιτικής εξαπάτησης και της λαϊκής εθελοτυφλίας κυριάρχησε και στα χρόνια της «νέας διακυβέρνησης» Καραμανλή όταν οι κοινωνικά… ευαίσθητοι άφησαν τα ασφαλιστικά ταμεία στην τύχη τους – όσον αφορά στις εισφορές. Διότι για τα αποθεματικά... ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα και προσπάθησαν να τα κατακλέψουν με το περίφημο σκάνδαλο των δομημένων ομολόγων.

 

ΣΚΛΗΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

Δεν χρειάζεται σοφία για να καταλάβει κανείς ότι όταν ένας συνταξιοδοτείται 45 ή και 50 ετών (π.χ. στρατιωτικός) ή 35 ετών (μητέρα ανηλίκου) τα ασφάλιστρα που πλήρωσε για τα 25 ή τα 15 χρόνια εργασίας δεν φτάνουν σε καμμία περίπτωση να καλύψουν τα 35 ή τα 55 χρόνια της σύνταξης. Στην παραγματικότητα αυτοί οι άνθρωποι θα κοστίσουν στο Δημόσιο (δηλαδή στους υπόλοιπους φορολογούμενους) 4-7 φορές περισσότερο από τα ασφάλιστρά τους...

Δεν χρειάζονται αναλογιστικές γνώσεις για να αντιληφθεί κανείς πως καθώς η επιστήμη προοδεύει και αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής η περίθαλψη των ηλικιωμένων κοστίζει περισσότερο απ’ όσο τη δεκαετία του 1960. Το ίδιο ισχύει με ανίατες, παλαιότερα, παθήσεις που αντιμετωπίζονται σήμερα - η θεραπεία τους όμως κοστίζει πάρα πολύ.

Άρα, ή θα αποφασίσουμε να... εκτελούμε τους ηλικιωμένους και να αφήνουμε να πεθαίνουν οι καρκινοπαθείς ή θα μεταρρυθμίσουμε το συνταξιοδοτικό & ασφαλιστικό σύστημα. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

Είναι προφανές ότι αποτελούν πρόκληση οι συντάξεις σε νεαρές χήρες (συνήθως αλλοδαπές) σε ανύπαντρες κόρες προνομιούχων ομάδων, σε εθελεουσίως αποχωρήσαντες 50άρηδες, σε ψευτοανάπηρους, σε βουλευτές και αιρετούς άρχοντες. Αυτές θα καταργηθούν αμέσως.

Αποτελεί επίσης καίριο πλήγμα στην παραγωγικότητα της χώρας όταν άνθρωποι στην πιο δυναμική και έμπειρη φάση της ζωής τους υποχρεώνονται να βγουν στο περιθώριο της επαγγελματικής ζωής, επειδή προήχθη ο κατώτερος. Ένας αξιωματικός 50 ετών δεν μπορεί να συνεχίσει να προσφέρει ως εκπαιδευτής, εμπειρογνώμονας ή ως υπεύθυνος ασφαλείας δημόσιων χώρων, οργανισμών, μουσείων;

 

 

ΠΛΗΡΩΝΕ ΚΑΙ ΜΗ ΕΡΕΥΝΑ

 

Ο εργαζόμενος (και ο εργοδότης του, αν έχει υπαλληλική σχέση)συνεισφέρει κάποιο ποσό σε ένα κοινό ταμείο, το οποίο δεν το επιλέγει ο ίδιος, και του οποίου τη διαχείριση έχει το κράτος. Μολονότι έχει πληρώσει σημαντικά ποσά, δεν ξέρει ούτε πόσα είναι αυτά, ούτε πόση σύνταξη του εξασφαλίζουν. Αν έχετε αντίρρηση, απαντήστε στα παρακάτω ερωτήματα:

  • Πόσα είναι τα ποσά που σας έχουν μέχρι σήμερα παρακρατηθεί από τους μισθούς / αμοιβές σας ως ασφαλιστικές εισφορές;
  • Ποια είναι η σημερινή τους αξία;
  • Αν θελήσετε να σταματήσετε να εργάζεστε αύριο ή σε 10 χρόνια τι ποσό θα παίρνετε ως σύνταξη;
  • Αν – χτύπα ξύλο - τύχει και φύγετε από τον μάταιο τούτο κόσμο πριν πάρετε σύνταξη, πού πηγαίνουν οι ασφαλιστικές εισφορές τόσων χρόνων; Τις κληρονομούν οι δικοί σας ή τις «τρώει» το κράτος;

Προφανώς δεν ξέρετε, γιατί κανένας δεν ξέρει, μολονότι πρόκειται για τα ΧΡΗΜΑΤΑ ΣΑΣ!

 

Ο «ασφαλισμένος» λοιπόν λαμβάνει την «υπόσχεση» ότι όταν το κράτος του επιτρέψει να πάψει να εργάζεται θα έχει κάποιο μηνιαίο ποσό ως σύνταξη. Ποιο θα είναι αυτό; Άγνωσται αι βουλαί του κράτους! Θεωρητικά το κράτος «αναδιανέμει» αυτό το κοινό ταμείο με τρόπο τέτοιο που να ευνοούνται αδικημένες κοινωνικές ομάδες. Όλοι ξέρουμε όμως πώς «αναδιανέμει» το κράτος τα χρήματα που διαχειρίζεται.


Το σύστημα αυτό αντιμετωπίζει πολύ μεγάλα προβλήματα καθότι η λειτουργία του είναι εντελώς αδιαφανής. Οι εισφορές του κάθε εργαζόμενου χάνονται μέσα στο μεγάλο κρατικό καλάθι και ο μόνος που έχει τη δυνατότητα να ξέρει (θεωρητικά, γιατί ούτε κι αυτός ξέρει) τι γίνεται με τα λεφτά αυτά είναι ο διοικητής του κάθε Ασφαλιστικού Ταμείου και η εκάστοτε κυβέρνηση. Στην Ελλάδα η αυξημένη ένταση του προβλήματος οφείλεται στον... αυξημένο βαθμό υπεξαίρεσης των διαθεσίμων των ταμείων από το σύνολο σχεδόν του Ελληνικού πολιτικού κόσμου.

 

Tο ασφαλιστικό είναι, σε τελική ανάλυση, ύψιστο ζήτημα ατομικής ελευθερίας και προστασίας του δικαιώματος στην ιδιοκτησία. Είναι ή δεν είναι οι ασφαλιστικές εισφορές ιδιοκτησία του κάθε εργαζόμενου; Πρέπει ή δεν πρέπει να έχει ο εργαζόμενος ελευθερία επιλογής του ασφαλιστικού του φορέα; Για την πλειοψηφία του ελληνικού πολιτικού κόσμου η απάντηση είναι όχι. Φαίνεται ότι το πολιτικό σύστημα θέλει να διατηρεί το δικαίωμα να βάζει χέρι στην περιουσία των πολιτών και να χρησιμοποιούν τα προϊόντα της κλοπής (διότι περί κλοπής πρόκειται) για την εξαγορά ψήφων.

 

 

ΑΝΑΔΙΑΝΕΜΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ – ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

 

Αναδιανεμητικό είναι το σύστημα στο οποίο οι νέοι πληρώνουν τις συντάξεις των παλαιότερων γενεών. Όλα τα κράτη από αυτό ξεκινούν. Το 1861, όταν η τότε ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στη δημιουργία του πρώτου ταμείου συντάξεων των δημοσίων υπάλληλων, υπήρχαν ηλικιωμένοι δικαιούχοι που δεν είχαν πληρώσει ασφαλιστικές εισφορές, άρα οι εργαζόμενοι με τις εισφορές τους κάλυπταν τις συντάξεις τους, περιμένοντας κι αυτοί να καλυφθούν από τις επόμενες γενιές. Όμως όλα τα κράτη με το πέρασμα του χρόνου υιοθετούν ένα μεικτό σύστημα για να καταλήξουν στο κεφαλαιοποιητικό- ανταποδοτικό το οποίο λειτουργεί σαν προσωπικός κουμπαράς για κάθε εργαζόμενο. Όλα, εκτός από την Ελλάδα.

 

Το αναδιανεμητικό εκτός από προφανώς άδικο έχει και πολλά προβλήματα εφαρμογής:

 

Οι φτωχότεροι πριμοδοτούν τους πλουσιότερους

Οι φτωχότεροι μπαίνουν, ως επί το πλείστον, νωρίτερα στην αγορά εργασίας (κατευθείαν μετά το σχολείο) και αρχίζουν να καταβάλουν από τα 18 τους ασφαλιστικές εισφορές.
Επιπλέον, πεθαίνουν κατά μέσο όρο νωρίτερα, λόγω χειρότερων συνθηκών διαβίωσης, και συνεπώς παίρνουν συντάξεις, ή άλλες απολαβές, από το ασφαλιστικό σύστημα για λιγότερα χρόνια.
Έτσι, ουσιαστικά με το ισχύον σύστημα, οι φτωχότεροι επιδοτούν τους πλουσιότερους, βάζοντας λεφτά στο σύστημα τα οποία δεν επιστρέφονται στους ίδιους αλλά στους πλουσιότερους που συχνά αρχίζουν να καταβάλουν εισφορές μετά τα 25-30 τους και έχουν μεγαλύτερη μέση διάρκεια ζωής.

Είναι ευάλωτο σε ομάδες συμφερόντων

Διάφορες ομάδες που έχουν ισχύ και πρόσβαση στον πολιτικό κόσμο μπορούν μετά από πίεση να εξασφαλίζουν ειδική μεταχείριση και να παίρνουν μεγαλύτερα κομμάτια από το κοινό ταμείο της δήθεν "κοινωνικής" ασφάλισης. Χαρακτηριστικό της κατάφωρης αδικίας και ανισότητας οι διαφορετικές προϋποθέσεις και τα διαφορετικά όρια συνταξιοδότησης που οι συντεχνίες επιτυγχάνουν για τα μέλη τους με πιο εξοργιστικά τα 4 χρόνια (σε δύο θητείες) για τους βουλευτές.

 

Είναι ανυπεράσπιστο στις ορέξεις των πολιτικών

Καθώς δεν υπάρχει ουσιαστικά δικαιούχος της περιουσίας των ταμείων, ένας πολιτικός με απλή απόφαση μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτά τα ποσά για οτιδήποτε;ναδώσει συντάξεις σε πολιτικούς του πελάτες, να «παίξει» με τοξικά ομόλογα, ναδιορίσειστα Ταμεία υπεράριθμο προσωπικό, να δανεισθεί από τα ταμεία άτοκα, να «επενδύσει» τα αποθεματικά σε λάθος επιλογές ή απλώς να τα κλέψει. ΟΛΑ αυτά έχουν συμβεί στην «ασφαλιστική μας ιστορία».

 

Δεν εξασφαλίζει αειφορία

Χρειάζονται 4 εργαζόμενοι για να συντηρούν έναν συνταξιούχο. Πριν την κρίση η αναλογία για την Ελλάδα ήταν λιγότεροι από 2 εργαζόμενοι (1,7) για κάθε συνταξιούχο!

 

Το μέγεθος του προβλήματος απαιτεί άμεση δράση, παραμερισμό των πολιτικών σκοπιμοτήτων, αμέριστη συνεργασία όλων των μερών, λήψη των ριζικότερων δυνατών μέτρων, φαντασία και τόλμη. Σε μία τέτοια προσπάθεια δεν μπορεί να περισσεύει τίποτα. Όλες οι διαθέσιμες δυνάμεις είναι απολύτως απαραίτητες.

 

ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΕΝΟΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Το σύστημα πρέπει να διαθέτει ένα σημαντικό δίχτυ προστασίας προς εκείνους που την έχουν ανάγκη. Το δίχτυ αυτό αποτελεί τον εκφραστή της αλληλεγγύης μεταξύ των μετεχόντων του συστήματος. Το κόστος αυτού του παράγοντα πρέπει να καλύπτεται μέσα από την γενική φορολογία.

Το σύστημα πρέπει να διασφαλίζει την πληρέστερη δυνατή ανταποδοτικότητα των καταβαλλομένων εισφορών, έτσι ώστε να είναι δίκαιο απέναντι στους μετέχοντες σε αυτό, οι οποίοι δικαίως αναμένουν μία παροχή ανάλογη των εισφορών που καταβάλλουν.

Το σύστημα πρέπει να διασφαλίζει την μακροχρόνια σταθερότητα των εισφορών, έτσι ώστε να αποφεύγεται η υπέρμετρη επιβάρυνση των νεώτερων γενεών. Η αρχή αυτή στοχεύει στην δημιουργία ενός συνταξιοδοτικού συστήματος με απόλυτα ελεγχόμενο κόστος.

Το σύστημα πρέπει να στηρίζεται, σε μεγάλο βαθμό, σε ιδιωτικά κεφαλαιοποιητικά σχήματα όπως επαγγελματικά ταμεία ή ατομικά συνταξιοδοτικά προγράμματα, με αντίστοιχη μείωση του κρατικού διανεμητικού συστήματος. Η μέγιστη δυνατή συμμετοχή του κεφαλαιοποιητικού συστήματος είναι απαραίτητη επειδή το σύστημα αυτό είναι ασφαλέστερο του διανεμητικού ιδιαίτερα απέναντι σε κινδύνους όπως αυτοί που προέρχονται από το δημογραφικό πρόβλημα. Σημειώνουμε ότι ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα δεν μπορεί ποτέ να είναι υπό κρατική διαχείριση. Αναγκαία είναι και η ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού μηχανισμού εποπτείας.

Το σύστημα πρέπει να ενσωματώνει μηχανισμούς αυτόματης προσαρμογής στο φαινόμενο της συνεχώς βελτιούμενης μακροζωίας. Το φαινόμενο αυτό θα συνεχίσει να υπάρχει για πάρα πολλά χρόνια και είναι αδύνατο να προβλεφθούν οι σχετικές εξελίξεις. Οι εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης και η συνεχώς αναπτυσσόμενη τεχνολογία, θα συνεχίσουν να συμβάλλουν αποφασιστικά στην βελτίωση της μακροζωίας του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι τα ταμεία θα πληρώνουν για περισσότερα χρόνια συντάξεις, απ’ ό,τι στο παρελθόν και οι δαπάνες για την υγεία θα είναι ιδιαίτερα αυξημένες καθώς, όπως είναι προφανές, η τρίτη ηλικία έχει περισσότερες ανάγκες περίθαλψης.

Το σύστημα πρέπει να παρέχει στο σύγχρονο άτομο δυνατότητες επιλογών. Η σύγχρονη κοινωνία δεν αποδέχεται τον αλόγιστο εξαναγκασμό. Τέτοιες δυνατότητες επιλογών μπορεί να αφορούν τη δυνατότητα του ατόμου να καθορίζει την ηλικία αποχώρησης, το τελικό ύψος της παροχής, τον φορέα διαχείρισης των εισφορών του.

Το σύστημα δεν πρέπει να θέτει εμπόδια στην κινητικότητα των εργαζομένων, από ένα εργοδότη σε έναν άλλο, από ένα επαγγελματικό τομέα σε έναν άλλο, από μία χώρα – μέλος της ΕΕ σε μία άλλη.

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

 

Το "κεφαλαιοποιητικό" ασφαλιστικό σύστημα, προβλέπει το εξής πολύ απλό:
Ο κάθε εργαζόμενος έχει έναν ατομικό συνταξιοδοτικό λογαριασμό. Κάτι σαν τον λογαριασμό που έχουμε στην τράπεζα ή σε μια εταιρεία αμοιβαίων κεφαλαίων. Μόνο που τους λογαριασμούς αυτούς διαχειρίζονται ειδικές εταιρείες που έχουν συσταθεί για αυτό το σκοπό και οι οποίες βρίσκονται υπό κοινωνικό έλεγχο και υπό τον έλεγχο του κράτους ως προς τη διαχείρισή τους. Κάτι σαν τις τράπεζες ή τις εταιρείες αμοιβαίων κεφαλαίων δηλαδή. Στον λογαριασμό αυτόν που είναι ατομική ιδιοκτησία του κάθε εργαζομένου μπαίνουν κάθε μήνα οι ασφαλιστικές του εισφορές. Δεν καταλήγουν δηλαδή σε ένα "κοινό και αδιαφανές καλάθι" αλλά ο κάθε εργαζόμενος μπορεί να ξέρει ανά πάσα στιγμή ποιο ποσό έχει συγκεντρώσει από τις ασφαλιστικές του εισφορές. Το ποσό αυτό φυσικά έχει μια ετήσια απόδοση καθότι επενδύεται σε ασφαλείς τοποθετήσεις, και έτσι σιγά-σιγά δημιουργείται ένα αξιοσέβαστο κεφάλαιο (εξ ου και ο όρος "κεφαλαιοποιητικό"). Το κεφάλαιο αυτό δεν μπορεί να το αγγίξει κανένας καθώς θεωρείται ατομική ιδιοκτησία του εργαζόμενου και όχι δημόσιος πόρος.


Πότε βγαίνει στη σύνταξη ο εργαζόμενος;

Σε αντίθεση με το αναδιανεμητικό σύστημα ο κάθε εργαζόμενος μπορεί να επιλέγει ο ίδιος τον χρόνο συνταξιοδότησής του και το ποσό της σύνταξής του, από μια κλίμακα επιλογών. Νωρίτερα στη σύνταξη; Μικρότερο ποσό. Αργότερα; Μεγαλύτερο ποσό.


Τι γίνεται με τους ασφαλισμένους εκείνους που δεν καταφέρνουν να συγκεντρώσουν ένα ελάχιστο κεφάλαιο, επαρκές για μια αξιοπρεπή διαβίωση, κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου;

Στην περίπτωση αυτή το κράτος χορηγεί με επιβάρυνση του προϋπολογισμού μια προκαθορισμένη ελάχιστη εθνική σύνταξη – και όποιο ανεπαρκές ποσό συγκέντρωσε ο συνταξιοδοτούμενος μεταφέρεται στο Δημόσιο Ταμείο.

Μπορεί το κεφαλαιοποιητικό σύστημα να εφαρμοστεί αμέσως;

Όχι. Διότι αν ένας ασφαλισμένος σήμερα ξεκινήσει να σχηματίζει αυτόν τον προσωπικό αποταμιευτικό λογαριασμό με όλες τις εισφορές του, θα πρέπει να σταματήσει εντελώς η καταβολή συντάξεων καθώς και αυτά τα χρήματα πηγαίνουν – όλα - στις συντάξεις άλλων.

Άρα χρειάζεται να δημιουργθεί ένας λογαριασμός νοητός στον οποίον θα καταγράφονται οι εισφορές του ασφαλισμένου και θα τοκίζονται. Ο ασφαλισμένος θα συνταξιοδοτείται βάσει αυτού του λογαριασμού που θα αποτυπώνει 100% τις εισφορές του. Το ότι είναι νοητός (δεν έχει δηλαδή χρήματα) δεν έχει καμία σημασία διότι ούτως ή άλλως, δεν θα μπορούσε να γίνει ανάληψη απ΄αυτόν, παρά μόνο επένδυση.

Όσο οι πολίτες ενημερώνονται και αρχίζουν να αντιδρούν, τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες για μια γρήγορη (και άρα λιγότερο επώδυνη) αλλαγή του συστήματος και μετάβαση σ' ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα όπου οι ασφαλιστικές εισφορές του εργαζόμενου θα ανήκουν σ' αυτόν και μόνο.

 

Η ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΉ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΜΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ

 

 


1Η δομή του συστήματος – Γενικές ρυθμίσεις

Με βάση τις παραπάνω αρχές και την πολύτιμη εμπειρία που έχει προκύψει από τα υπάρχοντα συνταξιοδοτικά συστήματα διεθνώς και των μεταρρυθμίσεων που ήδη έγιναν σε άλλες χώρες, εντός και εκτός ΕΕ, καθώς και με βάση τις συμβουλές που απευθύνει η ΕΕ στα κράτη - μέλη, προτείνεται η παρακάτω δομή του συνταξιοδοτικού συστήματος η οποία βασίζεται σε τρεις άξονες:

1)Ο 1ος άξονας είναι υποχρεωτικός και βασίζεται στο διανεμητικό σύστημα. Οι παροχές του διαμορφώνονται μέσω της μεθόδου της Καθορισμένης Εισφοράς με Νοητή Κεφαλαιοποίηση (βλ. Παράρτημα – Ορισμοί). Η διαχείριση γίνεται από έναν ενιαίο κρατικό φορέα.

2)Ο 2ος άξονας είναι υποχρεωτικός και βασίζεται στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Οι εργοδότες θα μπορούν σε συνεργασία με το προσωπικό τους να δημιουργούν συνταξιοδοτικά προγράμματα ως Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης. Αντίστοιχες λύσεις θα πρέπει να διαμορφωθούν και για μη μισθωτούς κύρια μέσα από τις επαγγελματικές ενώσεις ή με ατομικές λύσεις.

3)Ο 3ος άξονας είναι προαιρετικός και βασίζεται στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Αποτελείται από ειδικά προγράμματα ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή άλλων αποταμιευτικών οργανισμών.

Στον 1ο άξονα θα περιλαμβάνεται και ένας παράγοντας που θα αφορά την κατώτατη σύνταξη (βλ. παρακάτω).

Το προτεινόμενο σύστημα στο σύνολό του δεν κάνει κανένα διαχωρισμό μεταξύ ανδρών και γυναικών εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό μία ουσιαστική ισότητα των δύο φύλων στον χώρο των συντάξεων.


Ο 1ος άξονας

Στα πλαίσια ενός ενιαίου κρατικού οργανισμού δημιουργείται για κάθε ασφαλισμένοειδική ατομική μερίδα (ατομικός λογαριασμός). Σε αυτό το λογαριασμό καταγράφονται οι καταβαλλόμενες εισφορές οι οποίες ανέρχονται σε ποσοστό 15% των αποδοχών. Για τους μισθωτούς, το 10% καταβάλλεται από τον εργοδότη και το 5% από τον ασφαλισμένο. Για τους αυτοαπασχολούμενους το 15% καταβάλλεται επί των εικονικών αποδοχών.

Η δημιουργία αυτών των ατομικών λογαριασμών γίνεται με το σύστημα της Νοητής Κεφαλαιοποίησης. Δηλαδή, τα ποσά αυτά δεν αποθεματοποιούνται αλλά διατίθενται άμεσα για την κάλυψη των καταβαλλομένων συντάξεων (διανεμητικό σύστημα). Ουσιαστικά πρόκειται απλώς για ένα σύστημα καταγραφών στο οποίο αποτυπώνονται οι αξίες των δικαιωμάτων των ασφαλισμένων και όχι για πραγματικούς λογαριασμούς.

Τα ποσά που καταγράφονται στον κάθε ατομικό λογαριασμό επαυξάνονται ετησίως με εικονικό τόκο ίσο με το εκάστοτε ποσοστό πληθωρισμού προσαυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα (πληθωρισμός + 1%).

Για 40 χρόνια ασφάλισης, η παραπάνω διαδικασία μπορεί, χονδρικά, να αποδώσει σύνταξη ίση με 40% του τελικού μισθού.

Ο ενιαίος κρατικός φορέας διαθέτει ειδική υπηρεσία η οποία μελετά συνεχώς την εξέλιξη της θνησιμότητας των ασφαλισμένων και εκτιμά τις μελλοντικές τάσεις στον τομέα αυτό. Η υπηρεσία αυτή δημιουργεί πίνακες αναμενόμενης θνησιμότητας - επιβιωσιμότητας ανάλογα με το έτος γέννησης των ασφαλισμένων. Για την αποφυγή διακρίσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών, δημιουργούνται πίνακες θνησιμότητας ανεξαρτήτως του φύλου των ασφαλισμένων (σύνθετοι πίνακες θνησιμότητας). Η υπηρεσία αυτή δημιουργεί και τους συντελεστές μετατροπής, σε ισοδύναμη σύνταξη, του ποσού που είναι καταγραμμένο στον ατομικό λογαριασμό.

ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ 1 :

Οι συντελεστές μετατροπής, ενός εφάπαξ ποσού σε ισοδύναμη μηνιαία ισόβια σύνταξη, προκύπτουν από αναλογιστικούς μαθηματικούς τύπους που λαμβάνουν υπόψη :

·Τα έτη που αναμένεται να ζήσει ο ασφαλισμένος (προσδόκιμο επιβίωσης),

·Το είδος της παροχής (δηλαδή αν θα είναι απλή ισόβια σύνταξη, ή και μεταβιβαζόμενη ισόβια στην χήρα ή τον χήρο σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, ή και μεταβιβαζόμενη σε ανήλικα ορφανά σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου κλπ),

·Ένα επιτόκιο υπολογισμού της παρούσας αξίας των παραπάνω καταβολών.

Με τον τρόπο αυτό καθορίζεται μία αντικειμενική και εύκολη μέθοδος μετατροπής σε κατάλληλη σύνταξη, του ποσού που έχει καταγραφεί στον ατομικό λογαριασμό του κάθε ασφαλισμένου.

Το ύψος της σύνταξης που δικαιούται ο κάθε ασφαλισμένος προκύπτει από την αξία που είναι καταγραμμένη στον ατομικό του λογαριασμό και το συντελεστή μετατροπής. Ο κάθε ασφαλισμένος μπορεί να πληροφορείται άμεσα το ποσό της σύνταξης που μπορεί να πάρει αν αποφασίσει να αποχωρήσει άμεσα. Αν εκτιμά ότι το ποσό που δικαιούται δεν του επαρκεί για την συνταξιοδότησή του, τότε μπορεί να επιλέξει να παραμείνει για ένα ακόμη χρονικό διάστημα. Αν παραμείνει, τότε :

·θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο ο ατομικός του λογαριασμός (με νέες εισφορές και εικονικούς τόκους) και

·θα αυξηθεί η ηλικία του, με ταυτόχρονη αντίστοιχη μείωση του προσδόκιμου επιβίωσης.

Οι δύο αυτοί παράγοντες θα συντελέσουν στην αύξηση της υπολογιζόμενης σύνταξης, μέχρις ότου ο ασφαλισμένος κρίνει ότι το ποσό αυτό είναι αρκετό για αυτόν και αποφασίσει να συνταξιοδοτηθεί. Με τον τρόπο αυτό δεν υπάρχει κανένας αυστηρός προκαθορισμός της ηλικίας συνταξιοδότησης, αλλά εναπόκειται στον κάθε ασφαλισμένο να κρίνει την κατάλληλη στιγμή ανάλογα με τις επιθυμίες του και το ποσό της σύνταξης που δικαιούται κάθε φορά.

ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ 2 :

Για το ίδιο ποσό αξίας του ατομικού λογαριασμού, δύο ασφαλισμένοι διαφορετικής ηλικίας θα πάρουν διαφορετική σύνταξη. Ο νεώτερος θα πάρει χαμηλότερη σύνταξη γιατί αναμένεται να ζήσει περισσότερα χρόνια από τον παλαιότερο.

 

ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ 3 :

Ακόμη, δύο ασφαλισμένοι που γεννήθηκαν σε διαφορετικά έτη (π.χ. 1945 και 1955) και οι οποίοι, όταν φθάσουν ο καθένας στην ηλικία των 65 ετών και έχουν (συμπτωματικά) το ίδιο ποσό αξίας στους ατομικούς τους λογαριασμούς, θα πάρουν διαφορετική παροχή. Παρά το γεγονός ότι συνταξιοδοτούνται στην ίδια ηλικία (65 ετών) και έχουν το ίδιο ποσό στους ατομικούς λογαριασμούς, εν τούτοις, αυτός που γεννήθηκε το 1955 θα πάρει χαμηλότερη παροχή από αυτόν που γεννήθηκε το 1945, γιατί το προσδόκιμο της επιβίωσης του είναι μεγαλύτερο επειδή ανήκει σε νεώτερη γενεά.

Ενδεικτικά, οι συντελεστές μετατροπής θα παρουσιάζουν την παρακάτω εικόνα :

 

Ηλικία

Συντελεστές Μετατροπής για γεννηθέντες το 1950

Συντελεστές Μετατροπής για γεννηθέντες το 1960

61

213,48

224,15

62

206,62

216,95

63

199,72

209,71

64

192,79

202,42

65

185,82

195,10

ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ 4 :

Έστω δύο ασφαλισμένοι, ο ένας γεννήθηκε το 1950 και ο άλλος το 1960.

Ο πρώτος φθάνει σε ηλικία 61 ετών και έχει ατομικό λογαριασμό ύψους €300.000. Αν θελήσει να συνταξιοδοτηθεί σε αυτή την ηλικία θα λάβει σύνταξη ίση με : 300.000 / 213,48 = €1.405 το μήνα.

Ο δεύτερος φθάνει σε ηλικία 61 ετών και υποθέτουμε ότι έχει το ίδιο ποσό στον ατομικό του λογαριασμό. Αν θελήσει να συνταξιοδοτηθεί σε αυτή την ηλικία θα λάβει σύνταξη ίση με : 300.000 / 224,15 = €1.338 το μήνα. Παρατηρούμε ότι παρά το γεγονός ότι έχει το ίδιο ποσό ατομικού λογαριασμού στην ίδια ηλικία, εν τούτοις δικαιούται χαμηλότερη σύνταξη επειδή αναμένεται να ζήσει περισσότερο από τον προηγούμενο. Αν αποφασίσει να παραμείνει για ένα ακόμη χρόνο στην εργασία θα έχει ατομικό λογαριασμό ίσο με €325.000 και η σύνταξη που θα δικαιούται θα είναι : 325.000 / 216,95 = €1.498 το μήνα.

Με την παραπάνω περιγραφόμενη δομή του 1ου άξονα κατορθώνεται η θέσπιση ενός πλήρως ανταποδοτικού σχήματος. Ένα ακόμη βασικό χαρακτηριστικό αυτής της δομής είναι ότι παγιώνεται το ποσοστό εισφορών και αφήνεται το ύψος της παροχής να ρυθμιστεί με την επιλογή της ηλικίας συνταξιοδότησης.

Για τους αυτοαπασχολούμενους καθορίζεται ένα καθεστώς εικονικών αποδοχών, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η διαμόρφωση επαρκούς και λειτουργικού ασφαλιστικού καθεστώτος και για αυτούς. Το καθεστώς αυτό θα καθοριστεί κατόπιν ειδικής μελέτης και θα καταλήγει σε ένα εικονικό μισθό ανάλογα με τα έτη συμμετοχής καθενός στο ασφαλιστικό σύστημα. Ένα παρόμοιο καθεστώς ισχύει ήδη για τους αυτοαπασχολούμενους που ασφαλίζονται για πρώτη φορά από την 1/1/1993 και μετά.

Όμως, επειδή ο άξονας αυτός παραμένει διανεμητικός, εξακολουθούν να υπάρχουν (σε μικρότερο όμως βαθμό) τα προβλήματα που χαρακτηρίζουν ένα διανεμητικό σύστημα. Η παραμονή του άξονα αυτού στο διανεμητικό σύστημα κρίνεται αναγκαία εκ των πραγμάτων αφού η άμεση μετάβαση σε ένα πλήρως κεφαλαιοποιητικό σύστημα δεν είναι εύκολα εφικτή (βλ. παρακάτω). Μέσα από κατάλληλες μεταβατικές διατάξεις μπορεί να ρυθμιστεί κάποια σταδιακή μείωση του άξονα αυτού με αντίστοιχη αύξηση των άλλων δύο αξόνων που είναι κεφαλαιοποιητικοί.


2Ο 2ος άξονας

Ο άξονας αυτός έχει ήδη θεσμοθετηθεί με το νόμο 3029/2002 ο οποίος καθιέρωσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον τομέα των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ). Όμως, υπάρχουν πολλά ακόμα να γίνουν για να μπορέσει ο τομέας των ΤΕΑ να αναπτυχθεί και να παίξει το ρόλο που του αρμόζει στο συνταξιοδοτικό μας σύστημα.

Χρειάζεται παραπέρα ανάπτυξη του υπάρχοντος νομικού πλαισίου των ΤΕΑ προκειμένου να:

·Δοθούν κατάλληλα κίνητρα (π.χ. φορολογικά)

·Ισχυροποιηθεί η εποπτεία του τομέα αυτού

·Περιοριστεί το ενδεχόμενο οικονομικών δυσκολιών (ή πτωχεύσεων) τέτοιων φορέων

·Να γίνει προσπάθεια προβολής του τομέα των ΤΕΑ και να γνωστοποιηθούν τα πλεονεκτήματά του σε εργαζόμενους και εργοδότες.

Χρειάζεται να ενισχυθούν ο ρόλος και οι δυνατότητες της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής ως επόπτη του τομέα της Επαγγελματικής Ασφάλισης.

Να καθιερωθεί ο θεσμός του Ανάδοχου της δημιουργίας ενός ΤΕΑ. Ο Ανάδοχος είναι το νομικό πρόσωπο που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία της ίδρυσης ενός ΤΕΑ και καθορίζονται οι ευθύνες του και ο ρόλος του. Ο Ανάδοχος μπορεί να είναι:

1)Μία επιχείρηση (ή μία ομάδα επιχειρήσεων), που δημιουργεί ένα ΤΕΑ για το προσωπικό της.

2)Ένα επαγγελματικό σωματείο (ή μία ομοσπονδία) που δημιουργεί ένα ΤΕΑ για τα μέλη του.

3)Ένας αγροτικός συνεταιρισμός που δημιουργεί ένα ΤΕΑ για τα μέλη του.

4)Μία τράπεζα ή μία ασφαλιστική εταιρία, που δημιουργεί ένα ή περισσότερα προϊόντα (κάτω από ειδικό νομικό πλαίσιο) τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ισότιμα με Επαγγελματική Ασφάλιση και να απολαμβάνουν το ίδιο φορολογικό καθεστώς (ανοικτά ταμεία).

Η συμμετοχή στα ΤΕΑ θα είναι προαιρετική. Θα πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα ύπαρξης και ΤΕΑ υποχρεωτικής συμμετοχής αν κριθεί ότι η οικονομική κατάσταση του1ου άξονα δεν του επιτρέπει να επωμιστεί ούτε μέσου επιπέδου ποσά συντάξεων και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να αναβαθμιστεί ο ρόλος του 2ου άξονα προκειμένου να καλύψει το κενό.

Πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στη δημιουργία ισχυρού νομικού πλαισίου που θα προστατεύει τα ταμεία αυτά από:

·διοικητικές αστοχίες,

·παράλογα επικίνδυνες επενδυτικές επιλογές,

·αντιδεοντολογικούς χειρισμούς από πλευράς του αναδόχου

·από άγνοια των αρμοδίων οργάνων και έλλειψη πλήρους και αναλυτικής ενημέρωσης των μελών

·ενέργειες που αποβαίνουν ενάντια στα συμφέροντα των μελών,

Φορολογικό πλαίσιο με ισχυρά κίνητρα ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που η συμμετοχή σε ΤΕΑ είναι προαιρετική. Τα κίνητρα να ευνοούν τις παροχές συντάξεων σε αντίθεση με τις παροχές εφάπαξ.

Να μελετηθεί η δημιουργία συστημάτων αντασφάλισης ή pooling για τους τυπικούς κινδύνους που μπορεί να φέρουν τα ΤΕΑ (π.χ. κίνδυνοι μακροβιότητας, κλπ).

Να αναπτυχθεί ειδικό νομικό πλαίσιο για ΤΕΑ που θα καλύπτουν τα μέλη τους για παροχές ασφάλισης υγείας.

Να καθιερωθεί πλήρες και αναλυτικό πλαίσιο ενημέρωσης των μελών για την πορεία, την μακροχρόνια βιωσιμότητα και τα οικονομικά αποτελέσματα και την προοπτική των παροχών του φορέα.

 

 


3Ο 3ος άξονας

Στο πυλώνα αυτό εντάσσονται πρόσθετες παροχές που διαμορφώνονται μέσα από προαιρετικά ατομικά ασφαλιστήρια ή άλλα αποταμιευτικά προγράμματα τα οποία μπορούν να συνάπτονται με ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Τα προγράμματα αυτά υπόκεινται σε ειδική άδεια από την αρμόδια εποπτική αρχή και υπακούουν σε ορισμένες προδιαγραφές (χαμηλό κόστος, διαφάνεια κλπ). Για τα προγράμματα αυτά δίδονται επιπλέον φορολογικά κίνητρα.

Τα φορολογικά κίνητρα για τους ασφαλισμένους θα αφορούν απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος μέχρι κάποιο ετήσιο όριο εισφορών.

Αν ο ασφαλισμένος θελήσει να διακόψει το πρόγραμμα και να εισπράξει το προϊόν του προγράμματος, τότε αυτό θα φορολογηθεί με τον υψηλότερο συντελεστή φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, για το τμήμα του προϊόντος το οποίο προέκυψε από αφορολόγητες εισφορές.

Οι παροχές των προγραμμάτων αυτών υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος για το μέρος εκείνο που προέρχεται από αφορολόγητες εισφορές.


4Προβλήματα μετάβασης

Η μετάβαση από ένα διανεμητικό σύστημα σε ένα (μερικώς ή ολικώς) κεφαλαιοποιητικό σύστημα συναντά ορισμένα σημαντικά προβλήματα με κυριότερο εξ αυτών την απόσυρση πόρων από τις τρέχουσες καταβολές συντάξεων προκειμένου αυτοί να σχηματίσουν τα αποθεματικά της κεφαλαιοποίησης. Αυτός είναι ένα βασικός λόγος που εμποδίζει μία στροφή προς ένα πλήρως κεφαλαιοποιητικό σύστημα.

Από την άλλη μεριά, κρίνουμε ότι η μετάβαση σε ένα απόλυτα κεφαλαιοποιητικό σύστημα δεν είναι άμεσα εφικτή. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι ο οποιοσδήποτε διανεμητικός παράγοντας υπάρχει, πρέπει να έχει ένα περιορισμένο μέγεθος, έτσι ώστε να είναι εύκολα ελεγχόμενες οι συνέπειες των κινδύνων που σχετίζονται με τα διανεμητικά συστήματα.

Το παραπάνω προτεινόμενο συνταξιοδοτικό σύστημα διαθέτει ένα σημαντικό διανεμητικό παράγοντα ο οποίος στην αρχή, αναγκαστικά, θα είναι μεγάλος αλλά θα πρέπει σταδιακά να περιοριστεί με αντίστοιχη αύξηση των κεφαλαιοποιητικών παραγόντων.

Προκειμένου να διευκολυνθεί η μετάβαση θα πρέπει το ύψος των σημερινών εισφορών για κύρια σύνταξη να παραμείνει το ίδιο επίπεδο. Οι εισφορές αυτές για το ΙΚΑ ανέρχονται σε 20% των αποδοχών και μέχρι το πλαφόν του ΙΚΑ (6,33% 0 εργαζόμενος και 13,67% ο εργοδότης). Όπως ήδη αναφέραμε, με το προτεινόμενο σύστημα μόνο το 15% χρησιμοποιείται για την διαμόρφωση της παροχής, το υπόλοιπο 5% εξακολουθεί να καταβάλλεται για ορισμένα, τουλάχιστον, χρόνια.

Οι υπάρχοντες κοινωνικοί πόροι ή άλλοι πόροι που καταβάλλονται από τρίτους, εξακολουθούν να ισχύουν για όσα χρόνια κριθεί απαραίτητο, με προοπτική κατάργησής τους. Όσοι από αυτούς αποτελούν υποκατάστατο προσωπικών ή εργοδοτικών εισφορών αποχαρακτηρίζονται και συμψηφίζονται με το ύψος των εισφορών αυτών, όπως προκύπτει από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, το ενδεχόμενο πλεόνασμα καταχωρείται στα γενικά έσοδα του ενιαίου φορέα.

Ο νέος ενιαίος οργανισμός ασφάλισης αναλαμβάνει όλα τα περιουσιακά στοιχεία, και τις απαιτήσεις των υπαρχόντων μέχρι σήμερα ασφαλιστικών φορέων κύριας και επικουρικής σύνταξης. Ακόμη, ο ενιαίος φορέας αναλαμβάνει και όλες τις υποχρεώσεις του παλαιού συστήματος. Ωστόσο, κάποιες σημαντικές καταβολές από τον κρατικό προϋπολογισμό θα πρέπει να γίνονται για το χρονικό αυτό διάστημα λόγω αναγκών χρηματοδότησης του φορέα αυτού.

Καθορίζεται συγκεκριμένη ημερομηνία ως Ημερομηνία Συνολικής Μετάβασης στο Νέο Σύστημα. Όλοι οι υπάρχοντες φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης συγχωνεύονται σε ένα ενιαίο φορέα ο οποίος θα αναλάβει και τον 1ο άξονα του νέου συστήματος. Γίνεται ένας τελικός διακανονισμός ενιαίων ορίων ηλικίας και κάποιου λογικού ύψους παροχών του παλαιού συστήματος. Με βάση το καθεστώς αυτό υπολογίζεται η αξία των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του κάθε ασφαλισμένου, μέχρι την Ημερομηνία Συνολικής Μετάβασης στο Νέο Σύστημα, για κύρια και επικουρική σύνταξη. Η αξία αυτών των δικαιωμάτων καταγράφεται σαν αρχικό ποσό στον ατομικό λογαριασμό του 1ου άξονα και συνεχίζουν να καταγράφονται σε αυτόν οι εισφορές του νέου συστήματος.

Με τον ίδιο τρόπο ο ενιαίος φορέας αναλαμβάνει και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις που έχουν σωρευτεί στους υπάρχοντες φορείς πρόνοιας (εφάπαξ). Οι φορείς αυτοί παύουν να υπάρχουν και οι ασφαλισμένοι τους μπορούν να συνεχίσουν την συμμετοχή τους στα σχήματα του τρίτου πυλώνα κάνοντας χρήση των απαλλαγών φόρου ύψους 4% των αποδοχών (απαλλαγή που ισχύει σήμερα για τους ασφαλισμένους των φορέων πρόνοιας).

Σταδιακά, ανά πενταετία, γίνεται μείωση της εισφοράς του 15% που προβλέπεται για τον 1ο άξονα και η διαφορά μεταφέρεται στις υποχρεωτικές εισφορές του 2ου άξονα.

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

ΟΡΙΣΜΟΙ

 

Το συνταξιοδοτικό σύστημα είναι το σύνολο των κανόνων και των μηχανισμών που αποσκοπούν στην διαμόρφωση ενός ικανοποιητικού εισοδήματος για τους ηλικιωμένους όταν αυτοί αποσύρονται από την εργασία, επειδή η ικανότητά τους να εργάζονται και να παράγουν εισόδημα μειώνεται με την αύξηση της ηλικίας. Στα γενικότερα πλαίσια του συνταξιοδοτικού συστήματος εντάσσεται και το κοινωνικο-ασφαλιστικό σύστημα το οποίο δημιουργεί το κράτος, αλλά και πιθανά ιδιωτικά σχήματα τα οποία μπορεί να προβλέπονται από την νομοθεσία της συγκεκριμένης χώρας και τα οποία στοχεύουν προς την ίδια κατεύθυνση.

Όταν ένα συνταξιοδοτικό σύστημα λειτουργεί σύμφωνα με την μέθοδο της Καθορισμένης Παροχής (ΚΠ) τότε υπάρχει πάντα ένας καθορισμένος τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται η παροχή (σύνταξη). Ο τρόπος αυτός έχει συνήθως την μορφή ενός μαθηματικού τύπου με βάση τον οποίο υπολογίζεται η παροχή σαν συνάρτηση κάποιων συντάξιμων αποδοχών ή άλλων παραγόντων.

Στα προγράμματα ΚΠ προκαθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της παροχής και η εισφορά υπόκειται στο ενδεχόμενο κάποιων προσαρμογών προκειμένου να μπορέσει το πρόγραμμα (ή το Ταμείο) να αντεπεξέλθει στην καταβολή της παροχής αυτής.

Μπορούμε να πούμε ότι σε ένα σύστημα ΚΠ, είναι προκαθορισμένο το ύψος της παροχής και ο άγνωστος χ είναι το ύψος των εισφορών.

Αντίθετα, τα προγράμματα Καθορισμένης Εισφοράς (ΚΕ) δεν έχουν το πρόβλημα της παραπάνω αστάθειας των εισφορών. Στα προγράμματα αυτά, όπως φαίνεται και από την ονομασία τους, οι εισφορές είναι παγιωμένες (καθορισμένες) σε συγκεκριμένο επίπεδο. Το πρόβλημα με αυτά τα προγράμματα είναι ότι οι παροχές δεν προκαθορίζονται αλλά διαμορφώνονται ανάλογα με τα ποσά των εισφορών και την τρέχουσα εμπειρία του προγράμματος (κύρια την απόδοση των επενδύσεων). Ουσιαστικά η παροχή ενός τέτοιου προγράμματος διαμορφώνεται από τις καταβληθείσες εισφορές μαζί με τους τόκους που αποδίδει η επένδυση των εισφορών.

Μπορούμε να πούμε ότι σε ένα σύστημα ΚΕ, είναι προκαθορισμένο το ύψος της εισφοράς και ο άγνωστος χ είναι το τελικό ύψος της παροχής.

Σύμφωνα με την μέθοδο αυτή τα ποσά των εισφορών καταχωρούνται σε ένα ‘νοητό’ λογαριασμό ο οποίος πιστώνεται με εικονικούς τόκους. Τα ποσά των εισφορών στην πραγματικότητα δεν επενδύονται αλλά χρησιμοποιούνται για τις καταβολές των παροχών των υπαρχόντων συνταξιούχων (διανεμητικό σύστημα). Παρά το γεγονός ότι τα ποσά διανέμονται άμεσα και δεν καταχωρούνται σε κάποιο αποθεματικό, εν τούτοις γίνεται καταγραφή των ποσών και πιστώνεται τόκος σαν αυτά να ήταν επενδυμένα. Ο τόκος δεν παράγεται, όπως είναι φυσικό, από την απόδοση κάποιων επενδύσεων αλλά καθορίζεται αυθαίρετα από την αρμόδια αρχή.



Αν δεν γίνει αυτό, τότε οι γυναίκες θα έχουν χαμηλότερες συντάξεις από τους άνδρες επειδή είναι διαπιστωμένο ότι ζούν περισσότερο από αυτούς.