Τωρινή κατάσταση

Οι μετακινήσεις πληθυσμών από και προς την Ελλάδα είναι από τα πιο σύνθετα θέματα που καλείται να αντιμετωπίσει η χώρα σήμερα. Μια ρεαλιστική προσέγγισή του απαιτεί οργάνωση και σχεδιασμό με ανάλυση των δεδομένων πέρα από στερεότυπα και πρόσκαιρες ευκολίες που κοστίζουν ακριβά. Απαιτεί, με άλλα λόγια, επιμονή στην αναζήτηση των αναγκαίων κινήσεων για το παρόν και των προβλέψεων για το μέλλον και ευφυείς επιλογές.

Ως τώρα οι κυβερνήσεις αλλά και οι αντιπολιτεύσεις στην Ελλάδα έχουν αντιμετωπίσει το πρόβλημα αποσπασματικά, επιφανειακά και πολλές φορές υποκριτικά. Ακόμα και επιμέρους εύστοχες ρυθμίσεις χάνονται στη συνολική αναποτελεσματικότητα των μηχανισμών ή αποδίδουν λιγότερα από όσα θα μπορούσαν. Έχουμε δει πως τα κενά που αφήνει η ανεπάρκεια του κράτους γίνονται θερμοκήπια για την ανάπτυξη της ανομίας, των κοινωνικών εντάσεων και της ακροδεξιάς βίας. Βιώσιμη λύση μπορεί να δοθεί μόνο με τον σχεδιασμό μιας ρεαλιστικής πολιτικής, όπου πρωταρχική σημασία θα έχει η συνοχή των μέτρων και η συστηματική και υπό συνεχή αξιολόγηση εφαρμογή τους.

Ρεαλισμός, πρώτα απ’ όλα, σημαίνει αναγνώριση των δεδομένων. Κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα, διότι απαραίτητο δεδομένο για την αξιολόγηση της κατάστασης είναι ο προσδιορισμός του αριθμού των μεταναστών που υπάρχουν ήδη στη χώρα και των τόπων καταγωγής τους. Αναπόφευκτα κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει μόνο κατά προσέγγιση, όμως υπάρχουν μεγάλα περιθώρια βελτίωσης στον τομέα αυτό. Δεδομένες είναι επίσης οι διεθνείς συνθήκες που έχει υπογράψει και οφείλει να τηρεί η Ελλάδα, οι οποίες την υποχρεώνουν:

α) να δέχεται και να χορηγεί πολιτικό άσυλο σε άτομα που προέρχονται από εμπόλεμες περιοχές,

β) να αποδέχεται την επιστροφή των αιτούντων άσυλο μεταναστών που μπήκαν αρχικά στην Ελλάδα, προωθήθηκαν σε άλλη χώρα της Ε.Ε. και συνελήφθησαν εκεί. Αυτή την απαράδεκτη συνθήκη, την οποία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με απόφασή του έχει χαρακτηρίσει άδικη για την Ελλάδα, καθώς είναι η κύρια «πύλη» εισόδου μεταναστών, υπήρξαν Έλληνες κυβερνητικοί «υπεύθυνοι» που την υπέγραψαν.

Οι υπερπλήρεις και με σοβαρά προβλήματα λειτουργικότητας χώροι περίθαλψης προσφύγων στα σύνορα με την Τουρκία προκάλεσαν, τελικά, την προσοχή της διεθνούς κοινότητας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τάχθηκε υπέρ έξι αιτούντων πολιτικού ασύλου προσφύγων, από το Ιράν, την Αλγερία και το Αφγανιστάν, οι οποίοι με αποφάσεις βρετανικών και ιρλανδικών δικαστηρίων, θα επαναπροωθούνταν στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα σημαντικό όμως για την Ελλάδα είναι το σκεπτικό της απόφασης αυτής, το οποίο αναφέρει ότι η Ελλάδα είναι η χώρα της Ε.Ε. η οποία υφίσταται κατά 90% τις συνέπειες της παράνομης μετανάστευσης στην Ένωση και είναι, συνεπώς, ιδιαίτερα επιβαρυμένη.

Στο σύνθετο σκηνικό της τεράστιας πίεσης που υφίσταται η χώρα μας λόγω της θέσης της στα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να προσθέσουμε και μια σειρά εγκληματικών και παρασιτικών δραστηριοτήτων, που βρίσκουν εύφορο έδαφος στην ασάφεια του θεσμικού πλαισίου της μεταναστευτικής πολιτικής και τις διοικητικές αδυναμίες εφαρμογής των αντίστοιχων πολιτικών: διακινητές, εργοδότες κάθε είδους που εκμεταλλεύονται την ανέχεια, σύμβουλοι που παρέχουν αμφίβολες υπηρεσίες, ιδιοκτήτες ακινήτων, το οργανωμένο έγκλημα κλπ.

Ο τζίρος από την παράνομη μετανάστευση καταλήγει, σε μεγάλο βαθμό και φυσικά αφορολόγητος, σε συγκεκριμένες “κομβικές” τσέπες συμβάλλοντας στη συντήρηση του τωρινού καθεστώτος.

Τέλος, ακόμα και για τους μετανάστες που εξασφαλίζουν τελικά άδεια παραμονής, η γραφειοκρατία και η διαφθορά της διαδρομής τους προς αυτήν είναι μια πολύ κακή αρχή της σχέσης τους με την Ελλάδα. Επιπλέον, μέσα από τις συνεχείς αναβολές και τις δαιδαλώδεις διαδικασίες οι μετανάστες καθυστερούν να προσαρμοστούν στη νέα κοινωνική πραγματικότητα και να συγκροτήσουν τις ζωές τους στη χώρα ως άτομα, οικογένειες και κοινότητες.

Η μετανάστευση δεν είναι εξ ορισμού πρόβλημα. Είναι ένα παγκόσμιο και διαχρονικό κοινωνικό φαινόμενο, που μπορεί και πρέπει να βοηθήσει στην ανάδειξη της Ελλάδας σε διεθνές κέντρο επιστήμης, παραγωγής και εμπορίου. Ο σχεδιασμός και η συστηματική υλοποίηση αποτελεσματικών διαδικασιών για τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών στη χώρα μας είναι το κρίσιμο πρώτο βήμα για να ελαττωθεί η κοινωνική ένταση και να αναδειχτεί ο ρόλος της μετανάστευσης ως ευκαιρίας.

Η μετανάστευση στη σύγχρονη Ελλάδα – από πρόβλημα, ευκαιρία

Οι Έλληνες είναι ένα έθνος προσφύγων και μεταναστών κάθε είδους από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους σύγχρονους Έλληνες.

Για να περιοριστούμε στην Ελλαδική χερσόνησο και στον σύγχρονο ελληνισμό από τις αρχές του 20ου αιώνα και ως τις μέρες μας, μερικά ενδεικτικά στοιχεία:

Στα τέλη του 19ου αιώνα ο ελλαδικός πληθυσμός ήταν περίπου 5 εκατομμύρια και αποτελούνταν από πληθυσμούς που είχαν έρθει εδώ με παλαιότερες μετακινήσεις και εγκαταστάσεις. Πολύ σημαντικό μέρος του ήταν Αρβανίτες και ένα άλλο, επίσης μεγάλο μέρος, Τούρκοι.

Ο Ελλαδικός πληθυσμός, που στις αρχές του 20ου αιώνα αριθμούσε 5,5 εκατομμύρια άτομα, γίνεται 7,5 εκατομμύρια με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας και πληθυσμούς που εγκαταλείπουν τα Βαλκάνια σε συνέχεια των Βαλκανικών πολέμων.

Η εισροή πληθυσμών είναι τόσο μεγάλη ώστε υπερκαλύπτει, οδηγώντας στην πιο πάνω αύξηση, τις απώλειες από τους πολέμους, τους Τουρκικούς πληθυσμούς που χάθηκαν με την ανταλλαγή αλλά και το γεγονός ότι παράλληλα (από το 1880 ως το 1940) σημειώνεται τεράστια εκροή ανθρώπων προς τις ΗΠΑ, κυρίως, αλλά επίσης προς Αυστραλία, Βραζιλία, Κούβα, Καναδά, Παναμά, Νότια Αφρική, Αίγυπτo.

Ταυτόχρονα σημειώνονται σημαντικές ροές εισόδου και εξόδου από και προς τις Ευρωπαϊκές χώρες. Συνολικά, περίπου ένα εκατομμύριο αύξηση (το 20% του πληθυσμού της χώρας) σημειώνεται στην περίοδο των 50 αυτών ετών.

Στη μεταπολεμική περίοδο, επιπλέον 1,3 εκατομμύριο Ελλήνων μεταναστεύουν από την Ελλάδα προς τις ΗΠΑ, κυρίως, και προς Ευρώπη, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Λατινική Αμερική, Αργεντινή, Βραζιλία. Αυτοί προέρχονται κύρια από τις αγροτικές και ημιαστικές περιοχές. Με δυο λόγια, μέσα σε έναν αιώνα και ως το 1980, μικρό μόνο μέρος των κατοίκων της χώρας προέρχονται από αυτούς που την κατοικούσαν το 1880.

Από το 1980 ως σήμερα αυξάνεται η ροή προς την Ελλάδα μεταναστών από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, με κύρια εισροή αρχικά Πολωνούς, Έλληνες που εγκαταλείπουν πατρογονικές εστίες στις χώρες αυτές (κύρια Παρευξείνιες περιοχές της πρώην ΕΣΣΔ) και εν συνεχεία Αλβανούς, τους οποίους, πέρα από τη γειτνίαση, ενώνει με τη χώρα ο Ελληνικός πληθυσμός στην Αλβανία και κοινά εθνολογικά χαρακτηριστικά (όπως ήδη σημειώθηκε, μεγάλο μέρος του τότε υφιστάμενου πληθυσμού της Ελλάδας είχε ήδη Αρβανίτικη καταγωγή). Ακολουθούν επιταχυνόμενες ροές από τη Μέση Ανατολή αλλά και την Άπω Ανατολή και Νοτιοανατολική Ασία και αργότερα προστίθενται σε αυτές ροές από την Υποσαχάρια Αφρική και την Κεντρική Ασία. Συνολικά, καταγεγραμμένοι επίσημα, 800.000 περίπου αλλοδαποί το 2000, πιθανότατα γύρω στο 1,5 εκατομμύριο δέκα χρόνια αργότερα.

Τέλος, η εσωτερική μετανάστευση, με τις πολλές της αντιφάσεις, συνέπεια του εμφυλίου και της βίαιης αστικοποίησης που ακολούθησε, είχε χαρακτηριστικά οπισθοδρόμησης για τα αστικά κέντρα και την αστική δομή της χώρας. Ο μισός αγροτικός πληθυσμός μετανάστευσε στις πόλεις, σε μια διαδικασία βίαιης αστικοποίησης, πράγμα που ανέδειξε μεγάλες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές προκλήσεις για την ενσωμάτωσή του στο αστικό περιβάλλον και την ανάπτυξη αστικής συνείδησης. Η διαδικασία αυτή επηρέασε σημαντικά τα χαρακτηριστικά των ανερχόμενων μικροαστικών στρωμάτων στην Ελλάδα.

Όλες αυτές οι ροές συγκρότησαν, με τα θετικά ή τα αρνητικά τους, τον σημερινό ελλαδικό πληθυσμό, αλλά και τους δεσμούς του παγκόσμιου ελληνισμού, που είναι επίσης δεσμοί με τις χώρες υποδοχής των Ελλήνων. Η αλληλεπίδραση αυτή (ανταλλαγή τεχνογνωσίας, ανθρώπινα δίκτυα, διαπροσωπικές και διακρατικές σχέσεις, εμπορικές ανταλλαγές που επηρέασαν θετικά νοοτροπίες και συμπεριφορές) στήριξε την εξέλιξη του ελλαδικού χώρου και την στηρίζει ακόμη με τρόπο θεμελιώδη.

Ελληνικές και παγκόσμιες μεταναστευτικές ροές: πρόβλημα και ευκαιρία

Μια αποσπασματική, αντιφατική ή εντελώς ανεφάρμοστη νομοθεσία που αφορά τη μετανάστευση «τσουβαλιάζει» αδιακρίτως την οικονομικά ωφέλιμη, την ιστορικά, πολιτικά και κοινωνικά επιβεβλημένη και την μη επιθυμητή διάστασή της. Το θεσμικό πλαίσιο και, κυρίως, οι διοικητικές πρακτικές που το συνοδεύουν είναι πηγή διαφθοράς και συναλλαγής σε βάρος τόσο των ίδιων των μεταναστών όσο και των Ελλήνων. Οι διαδικασίες νόμιμης μετανάστευσης είναι ασαφείς και διοικητικά απαγορευτικές, δημιουργώντας ένα ανεφάρμοστο πλαίσιο, στο οποίο οι νομικά προβλεπόμενες κυρώσεις, αν εφαρμόζονταν στην πράξη, θα οδηγούσαν το σύστημα των φυλακών σε ακαριαία κατάρρευση και θα είχαν κολοσσιαίο οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Από την άλλη μεριά, οι στην πραγματικότητα εφαρμοζόμενες άτυπες πρακτικές τρέφουν ένα περιβάλλον ανομίας, που συχνά διευκολύνει την παραμονή μεταναστών ικανών να ενταχθούν σε αυτό και την περιθωριοποίηση, σύλληψη ή απέλαση μεταναστών που θα έπρεπε να ενταχθούν, να ωφεληθούν και να ωφελήσουν την ελληνική κοινωνία.

Μια σημαντική σημείωση: Δεν πρέπει να ξεχνούμε πως η μετανάστευση δεν γίνεται μόνο προς, αλλά και από τη χώρα μας.

Η Ελλάδα βρίσκεται στην τραγική θέση να χάνει τους παραγωγικούς και καινοτόμους πολίτες της, που δεν μπορούν να βρουν χώρο δράσης και ζωής στην ασφυκτική τωρινή πραγματικότητα. Η προσέλκυση των δυναμικών στοιχείων, κύρια νέων με διάθεση εξέλιξης και ανόδου, αλλά και μεγαλύτερων σε ηλικία ανθρώπων, από οικονομίες και κοινωνίες που τους δίνουν περισσότερες ευκαιρίες δεν αφορά μόνο τη χώρα μας, ούτε είναι νέο φαινόμενο. Συνέβαινε και συμβαίνει στον ανεπτυγμένο κόσμο, στο ευρύτερο πλαίσιο της κινητικότητας του ανθρώπινου παραγωγικού δυναμικού. Η έκταση και έντασή του ποικίλλουν ανά περιοχή και περίοδο. Η Ευρώπη στο σύνολό της έχει αρνητικές ροές νέων, δημιουργικών, παραγωγικών πολιτών προς τις ΗΠΑ δημιουργώντας ένα φαινόμενο brain drain. Οι ροές λειτουργούν παράλληλα με τη ροή μεταναστών από τρίτες χώρες και προς τις δύο μεγάλες οικονομίες, που στην Ευρώπη εξισορροπούν και τις δικές της απώλειες προς τις ΗΠΑ.

Οι μεταναστευτικές ροές από οικονομίες με χαμηλούς δείκτες γεννητικότητας, όπως η χώρα μας, προς χώρες με υψηλότερες ευκαιρίες εξέλιξης, δημιουργούν επιπλέον και φαινόμενα έλλειψης εργατικού δυναμικού ικανού να καλύψει συγκεκριμένες ανάγκες σε ορισμένες περιοχές, αλλά και μείωσης του πληθυσμού και έντονης γήρανσης, πράγμα το οποίο έχει σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις τόσο στην παραγωγική βάση όσο και στο ασφαλιστικό σύστημα. (Ας σημειωθεί εδώ πως αυτό συνέβη σε πολύ μεγάλο βαθμό και στη μετασοβιετική Ρωσία και άλλες χώρες του πρώην Ανατολικού μπλοκ, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στη δική τους παραγωγική βάση.) Η εισροή από τρίτες χώρες μειώνει σε μεγάλο βαθμό αυτές τις ανισορροπίες.

Μόνο μια ριζική αλλαγή οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής στη χώρα μας, η οποία θα έδινε ευκαιρίες εξέλιξης και κοινωνικής ανόδου στους δημιουργικούς νέους και γενικότερα στους παραγωγικούς και δημιουργικούς ανθρώπους, από τους απλούς εργαζόμενους έως μικροεπιχειρηματίες και επιστήμονες, μπορεί να ανακόψει και να αντιστρέψει το ισοζύγιο των πληθυσμιακών ροών. Μόνο έτσι, επίσης, θα γίνει δυνατό να ελκύει η χώρα μας τους δυναμικότερους και δημιουργικότερους ανθρώπους περισσότερο από άλλες περιοχές της Ευρώπης και του κόσμου και να έχει θετικό, ποσοτικά και ποιοτικά, ισοζύγιο στις διεθνείς ανταλλαγές πληθυσμών. Το καλό κλίμα και ο μεσογειακός τρόπος ζωής είναι ισχυρά πλεονεκτήματα στην κατεύθυνση αυτή, αλλά δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν την έλλειψη θεσμικού πλαισίου, παραγωγικής βάσης και ευκαιριών εξέλιξης.

Η αντιστροφή των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών του ανθρώπινου ισοζυγίου είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χώρα ώστε να καταστεί βιώσιμη η ανάπτυξή της.

Τέλος, είναι δεδομένο πως οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί δημιουργούν μόνιμες γέφυρες συνεργασίας, ανταλλαγών και εμπορίου με τις χώρες προέλευσης, διευκολύνοντας σε δεύτερο χρόνο την οικονομική διείσδυση στις αγορές των χωρών αυτών. Η αξιοποίηση των μεταναστών προς την κατεύθυνση αυτή από τη χώρα υποδοχής, η οποία προϋποθέτει όμως την κοινωνική τους ένταξη, είναι βασική και αποτελεσματική στρατηγική επιλογή των ανεπτυγμένων χωρών.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται επίσης ο έλεγχος και η ρύθμιση των μεταναστευτικών ροών, που ορθολογικοποιούν και υποστηρίζουν τη διαδικασία ένταξης και ενσωμάτωσης ενώ παράλληλα αποτρέπουν ή ελαχιστοποιούν τις αρνητικές παρενέργειες.

Πριν περάσουμε στις θέσεις, επισημαίνουμε το αυτονόητο: Οι νόμοι της Ελληνικής Πολιτείας ισχύουν χωρίς διάκριση για γηγενείς και πολιτογραφημένους Έλληνες, για μετανάστες και επισκέπτες. Τα ήθη και έθιμα των διαφόρων εθνικών, κοινωνικών και άλλων ομάδων είναι απολύτως σεβαστά και αποτελούν εθνικό πλούτο, με την προϋπόθεση να κινούνται μέσα στο πλαίσιο του Νόμου και του απόλυτου σεβασμού στα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες του ατόμου, όπως έχουν εξελιχθεί στην Ευρώπη και στον Δυτικό Κόσμο. Αυτά περιλαμβάνουν, ανάμεσα στα άλλα, την ισότητα των φύλων, την αποδοχή και αποφυγή διακρίσεων με βάση τον γενετήσιο προσανατολισμό, την εξασφάλιση της ισότητας ευκαιριών για τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες, τη μη άσκηση φυσικής ή ψυχολογικής βίας, την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία θρησκευτικών πεποιθήσεων και επιλογών, τα δικαιώματα των ανηλίκων και όλο το νομικό πλαίσιο που απορρέει από αυτά (βλέπε σχετικά European Union Agency for Fundamental Rights).

Οι πρόσφυγες

Η τήρηση των διεθνών κανόνων όσον αφορά τους πρόσφυγες είναι αυτονόητη υποχρέωση της χώρας. Η ετήσια αποτίμηση της κατάστασης, όπως την κάνει η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, φωτίζει τις απαραίτητες μελλοντικές βελτιώσεις, τις οποίες συνοψίζουμε εδώ.

Κέντρα Πρώτης Υποδοχής

  • 'Ιδρυση και λειτουργία περισσότερων Κέντρων Πρώτης Υποδοχής σε όλα τα καίρια σημεία εισόδου της χώρας, με άμεση προτεραιότητα τα νησιά του ΒΑ Αιγαίου και τα Δωδεκάνησα. Αυτό θα εξασφαλίσει πως όλοι οι υπήκοοι τρίτων χωρών θα λαμβάνουν έγκαιρη προστασία, κάλυψη των αναγκών τους και εξέταση των αιτημάτων τους. Κατάργηση των διαδικασιών τριών ταχυτήτων, δημιουργία δομών που θα είναι σχεδιασμένες στα πρότυπα της νομοθεσίας της Ε.Ε.
  • Εξασφάλιση ενιαίου καθεστώτος ίδρυσης και λειτουργίας (προϋποθέσεις λειτουργίας και πιστοποίησης αυτών, πρότυποι κανόνες λειτουργίας κ.ά.), ώστε να εξασφαλίζεται ομογενοποίηση των πρακτικών.
  • Στελέχωση των Κέντρων με ανθρώπινο δυναμικό διαφόρων ειδικοτήτων (ιατροφαρμακευτική, κοινωνική, νομική και ψυχολογική στήριξη) το οποίο θα κάνει ορθή καταγραφή, θα ενημερώνει τους ανθρώπους για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους στη γλώσσα που κατανοούν, θα καλύπτει τις βασικές ανθρωπιστικές τους ανάγκες και θα προχωράει σε ενέργειες για περαιτέρω παραπομπή τους.
  • Βελτίωση της ποιότητας στην εξέταση των αιτημάτων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό: εκκαθάριση των εκκρεμών υποθέσεων, απεμπλοκή της αστυνομίας από τις διαδικασίες, αναβάθμιση των συνεντεύξεων, παροχή υπηρεσιών διερμηνείας και διεξοδική ανάλυση των λόγων που οδηγούν σε κάθε απόφαση καθώς και τεκμηρίωση αυτών. Μείωση του χρόνου εξέτασης των υποθέσεων από την υποβολή μέχρι την οριστική απόφαση. Σημαντικός είναι ο διαχωρισμός των αιτημάτων που απαντούν σε καθεστώς προσφυγικού ή επικουρικής προστασίας.
  • Στρατηγικός συνδυασμός και συντονισμός των συναρμόδιων Υπουργείων καθώς και των Αρχών που θα συνεργάζονται με τα Κέντρα. Μόνιμη και συστηματική χρηματοδότηση που δεν θα απειλεί τη βιωσιμότητά τους.
  • Δημιουργία επιπλέον θέσεων σε ανοιχτές δομές υποδοχής.
  • Προστασία των ασυνόδευτων παιδιών και της οικογένειας, εκπροσώπησή τους σε όλες τις διαδικασίες που τους αφορούν.

Διοικητική Κράτηση

  • Βραχείες διαδικασίες διοικητικής κράτησης και μόνον εφόσον κάτι τέτοιο εξυπηρετεί, σε εύλογο χρονικό διάστημα, τον σκοπό της αναγκαίας απομάκρυνσης από τη χώρα. Ταυτόχρονη βελτίωση των συνθηκών, με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, την ασφάλεια και την προστασία της ζωής.
  • Αποφυγή μετατροπής των κέντρων κράτησης σε αποθήκες ψυχών, μέσα στις οποίες θα στοιβάζονται άνθρωποι διαφορετικών αναγκών ή παιδιά. Διαχωρισμός περιπτώσεων, εξατομικευμένη φροντίδα.
  • 'Εγκυρη, επαρκής και σε ατομική βάση αιτιολόγηση για τους λόγους κράτησης.
  • Ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας για την κράτηση των αιτούντων διεθνούς προστασίας, άμεση διεκπεραίωση των αιτημάτων τους.
  • Νομοθετική ρύθμιση για την προστασία των θυμάτων, θεσμική αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας, δημιουργία ανεξάρτητου μηχανισμού αποτελεσματικής διερεύνησης των καταγγελιών για αστυνομική βία και αυθαιρεσία.
  • Συμπερίληψη των δικαιούχων διεθνούς προστασίας στα διάφορα μέτρα κοινωνικής πολιτικής για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Υπηρεσίες Ασύλου

  • Σε δεύτερο βαθμό, εύκολη πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου των ενδιαφερομένων, και περαιτέρω ενεργοποίηση των Περιφερειακών Γραφείων ασύλου. Κάλυψη των γεωγραφικών περιοχών για τις οποίες υπάρχουν ενδείξεις ότι συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό αλλοδαπών.
  • Απλοποίηση των διαδικασιών και της γραφειοκρατίας, προκειμένου να γίνεται ευκολότερη η υπογραφή των αναγκαίων κανονιστικών πράξεων για την έκδοση αδειών διαμονής και ταξιδιωτικών εγγράφων στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, έτσι ώστε τα πρόσωπα αυτά να μπορούν να ασκήσουν τα κατά νόμο δικαιώματά τους.
  • Επικαιροποίηση και τήρηση φυσικού και ηλεκτρονικού αρχείου. Αποφυγή αναβολών εξέτασης των υποθέσεων που οδηγεί στην εξαφάνιση ή τη μη απόλαυση των δικαιωμάτων των αιτούντων. Ασφαλές και σε σύντομο χρονικό διάστημα κλείσιμο των υποθέσεων που εκκρεμούν από παλαιότερες διαδικασίες.
  • Ενδελεχής έρευνα αναφορικά με τις καταγγελίες για άτυπες αναγκαστικές επιστροφές ανθρώπων που είχαν εισέλθει στην ελληνική επικράτεια και επαναπροωθήθηκαν στην Τουρκία έξω από το προβλεπόμενο πλαίσιο της εθνικής, ευρωπαϊκής και διεθνούς νομοθεσίας και οπωσδήποτε επαγρύπνηση για τη μη επανάληψη τέτοιων φαινομένων.
  • Η «Δημιουργία, ξανά!», τέλος, προτείνει, καταρχάς στο επίπεδο της Ευρώπης (και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως μοχλού πίεσης), την δημιουργία ενός Διεθνούς Ταμείου για τους πρόσφυγες, με συνεισφορά όλων των χωρών ανάλογα με το ΑΕΠ τους. Τα συσσωρευμένα κεφάλαια του Ταμείου, που θα λειτουργεί υπό την εποπτεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ ή ως ανεξάρτητος οργανισμός, θα χρηματοδοτούν τις χώρες υποδοχής προσφύγων στη βάση συγκεκριμένων όρων και συνθηκών υποδοχής που θα θέτει ο οργανισμός και οι οποίοι θα αποτελούν τους βασικούς όρους του σχετικού νομικού πλαισίου. Έτσι θα ξεπεραστεί η άδικη και άκαιρη διακυβερνητική δράση που υπάρχει σήμερα (οι κυβερνήσεις συνεισφέρουν κατά περίπτωση, σε συνεργασία και διαπραγμάτευση με την εκάστοτε χώρα υποδοχής), η οποία κάνει τους πρόσφυγες αντικείμενο εκβιασμού και φθηνού, όσο και απάνθρωπου, πολιτικοοικονομικού παζαριού. Η δημιουργία ενός μόνιμου μηχανισμού με τα δικά του κεφάλαια, τεχνογνωσία διαχείρισης κρίσεων, δικαιοδοσία πιστοποίησης και καθοδήγησης των Μη Κυβερνητικών Οργανισμών που έχουν τη δική τους τεχνογνωσία παρέμβασης και δυνατότητα υποστήριξης στα κράτη υποδοχής μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες ώστε να έχουν αυτά πρόσβαση στα κεφάλαια του Ταμείου, φαίνεται να είναι ο πιό δίκαιος και αποτελεσματικός τρόπος για τη στήριξη των προσφύγων και την παγκόσμια κατανομή του κόστους της, αλλά και για την πιστή εφαρμογή των διαδικασιών προστασίας και ασύλου. Αυτή είναι μια ιδέα στην οποία η Ελλάδα θα μπορούσε, τόσο λόγω της τωρινής συγκυρίας όσο και λόγω της δικής της προσφυγικής ιστορίας, να πρωτοστατήσει στην Ευρώπη, ώστε αυτή να υιοθετηθεί και να προωθηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα Διεθνή φόρα.

Οικονομικά δεδομένα και ρύθμιση των μεταναστευτικών ροών

Οι μεταναστευτικές ροές έχουν διάφορες πηγές:

Α. Τις διαφορές επιπέδου ζωής και αμοιβών. Αυτές χωρίζονται σε μακροχρόνιες, λόγω συνολικού επιπέδου ανάπτυξης, όπως αυτές μεταξύ ανεπτυγμένων, αναπτυσσόμενων και υπανάπτυκτων χωρών, και βραχυχρόνιες, λόγω των οικονομικών κύκλων και κρίσεων σε οικονομίες με παρόμοια χαρακτηριστικά, όπως οι Ευρωπαϊκές.

Β. Τις έκτακτες, δραματικές αλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης σε συγκεκριμένες περιοχές του κόσμου (πχ οικονομικές καταστροφές, όπως στην περίπτωση της Αργεντινής)

Γ. Πολιτικά γεγονότα αστάθειας και καταπίεσης σε σχετικά πλούσιες χώρες με έντονα δυτικά χαρακτηριστικά (όπως το Ιράν)

Δ. Καταστροφικά πολιτικά γεγονότα, όπως πόλεμοι και γενοκτονίες (Συρία, Γιουγκοσλαβία, Αφρική)

Οι δυναμικές οικονομίες και κοινωνίες (Μεγάλη Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία, Σκανδιναβικές χώρες, Iταλία, Καναδάς, ΗΠΑ) αξιοποιούν για την ανάπτυξή τους την ελεγχόμενη και υπό όρους μετανάστευση καθώς:

α) Οι μετανάστες βρίσκονται συνήθως σε παραγωγική ηλικία, συνεπώς η χώρα υποδοχής εισάγει ανθρώπους στων οποίων την εκπαίδευση και ανατροφή δεν έχει επενδύσει.

β) Οι χώρες αυτές εμπλουτίζουν το παραγωγικό τους δυναμικό σε τομείς όπου η εξέλιξη τους έχει στερήσει το πλεονέκτημα σε σχέση με άλλες ανεπτυγμένες χώρες (ειδικότητες όπως πληροφορικοί, ερευνητές, επιχειρηματίες, έμποροι, άλλο εργατικό δυναμικό). Πρέπει να σημειωθεί πως η μεταφορά ορισμένων μόνο τμημάτων της παραγωγής σε κάποια άλλη χώρα προέλευσης μέσω outsourcing (όπως λογιστικά ή software development στην Ινδία, τη Ρωσία κλπ) δεν αποκαθιστά πάντα το πλεονέκτημα στην αλυσίδα παραγωγής, γιατί σημαίνει και εκροή πόρων προς άλλη οικονομία για την αγορά των υπηρεσιών, ενώ παράλληλα απαιτεί υψηλό κόστος επίβλεψης. Οι επιχειρήσεις συχνά οδηγούνται να μεταναστεύσουν στο σύνολό τους στις οικονομίες αυτές, παίρνοντας μαζί τους πλούτο και θέσεις εργασίας από τις ίδιες τις ανεπτυγμένες χώρες.

γ) Εμπλουτίζουν την εργασιακή και παραγωγική κουλτούρα σε τομείς όπου η τεχνογνωσία ή ο επαγγελματικός προσανατολισμός έχει υποχωρήσει λόγω εξέλιξης (πχ αγροτικές και κατασκευαστικές/χειρωνακτικές εργασίες, υποστηρικτικά επαγγέλματα φροντίδας) ή τομείς όπου η προσέγγιση της παραγωγικής εργασίας είναι διαφορετική στις χώρες προέλευσης (πχ οργάνωση παραγωγής, μάνατζμεντ, πληροφορική κλπ). Αυτό έχει ως συνέπεια την εισαγωγή διαφόρων καινοτομιών στο παραγωγικό δυναμικό των χωρών υποδοχής, από τα απλά επαγγέλματα, όπως το εμπόριο, ως τις πιο σύνθετες δραστηριότητες, όπως η οικονομία, η έρευνα και η καινοτομία.

δ) Βελτιώνουν την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

ε) Η επιθυμία των περισσότερων μεταναστών να ενταχθούν τους δημιουργεί εσωτερικά κίνητρα προσαρμογής, η δε συνύπαρξη και αλληλεπίδραση εθνοτήτων είναι για τις χώρες υποδοχής παράγοντας ανάπτυξης αυτοπεποίθησης, καινοτόμου πνεύματος και εξωστρέφειας, όπως είναι εύκολο να παρατηρηθεί παγκόσμια στις δυναμικές κοινωνίες.

Η αυξημένη κινητικότητα εγκυμονεί όμως και κινδύνους όταν γίνεται ανεξέλεγκτα σε έκταση και ποιότητα:

α) Μειωμένη πολιτιστική συμβατότητα των πρώτων γενεών μεταναστών και υψηλό κοινωνικό κόστος ένταξής τους. Πρέπει να σημειωθεί εδώ πως ένας βαθμός πολιτιστικής ασυμβατότητας μπορεί να είναι παράγοντας προόδου, παρά τις τυχόν προστριβές, όταν οι νέοι μετανάστες προέρχονται από κοινωνικά και πολιτισμικά εξελιγμένους πληθυσμούς, όπως συνέβη με την υποδοχή των προσφύγων από τη Μικρά Ασία στη συγκριτικά λιγότερο αναπτυγμένη  ελλαδική χερσόνησο της εποχής. Παρόμοια στοιχεία, για παράδειγμα, έχει η μετανάστευση στη Δύση από περιοχές της Κίνας και της Νοτιοανατολικής Ασίας, την Ταϊλάνδη, τη Μαλαισία, κάποιες χώρες της Λατινικής Αμερικής κλπ. Η μετανάστευση εξαιρετικά καταρτισμένου και φιλόδοξου παραγωγικού δυναμικού από τη Ρωσία ή το Ιράν συνέβαλε σημαντικά στην οικονομική και επιστημονική ανάπτυξη της Δύσης τα τελευταία χρόνια.

Δημιουργούνται όμως προβλήματα, όταν οι πληθυσμοί προέρχονται από περιοχές και κοινωνίες με πολιτιστικά και κοινωνικά δεδομένα που έχουν σημαντικό βαθμό υστέρησης στην εξέλιξη σε σχέση με τα Ευρωπαϊκά, όπως συμβαίνει με ορισμένες κατηγορίες μεταναστών στη χώρα μας σήμερα. Αυτή η κατάσταση απαιτεί πολύ μεγαλύτερο οικονομικό και κοινωνικό κόστος ένταξης και προσαρμογής.

Η επιλεκτικότητα και δυνατότητα προσαρμογής των μηχανισμών προσέλκυσης, υποδοχής ή αποτροπής με βάση τα δεδομένα αυτά πρέπει να είναι η καίρια παράμετρος της μεταναστευτικής πολιτικής.

Η εξειδίκευση και η αποφυγή στερεοτύπων, η συλλογή, ανάλυση και αξιοποίηση κοινωνικών και οικονομικών στοιχείων, η ευελιξία στη διαχείριση των νέων δεδομένων όπως προκύπτουν, είναι βασικές προϋποθέσεις για τον καθορισμό του πλαισίου νόμιμης μετανάστευσης στη χώρα υποδοχής ανάλογα με τη χώρα προέλευσης, αλλά πολλές φορές ανάλογα και με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πληθυσμών εντός της χώρας προέλευσης, όταν αφορά χώρες με μεγάλες κοινωνικές διαφοροποιήσεις.

Η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, ο Καναδάς, η Γερμανία, η Σουηδία, η Ολλανδία είναι χώρες με συστήματα που λειτουργούν με μικρότερη η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα προς την κατεύθυνση αυτή, στοιχεία των οποίων μπορούν να εξεταστούν και να προσαρμοστούν στη χώρα μας.

β) Υπερπροσφορά εργασίας με κατάρρευση των αμοιβών και μετατροπή της οικονομίας σε οικονομία χαμηλών αμοιβών και, κατά συνέπεια, χαμηλής ζήτησης καινοτομίας για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Αυτό δημιουργεί, επίσης, αισθήματα εχθρότητας από τους τοπικούς πληθυσμούς που συνδέουν τη μείωση των εισοδημάτων τους με την παρουσία των μεταναστών.

Τα πιο πάνω, ακόμα περισσότερο σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και θεσμικής έκπτωσης, οδηγούν σε κοινωνικές εντάσεις, δυσλειτουργία των μηχανισμών ενσωμάτωσης, κοινωνική και οικονομική περιθωριοποίηση και ανάδυση φαινομένων παραβατικότητας και εγκληματικότητας. Αυτά με τη σειρά τους υποδαυλίζουν αμοιβαίες περιχαρακώσεις, ανάδυση στερεοτύπων και φαύλο κύκλο κοινωνικής δυσλειτουργίας.

Για να αξιοποιηθούν με τρόπο παραγωγικό και αναπτυξιακό οι ευκαιρίες που συνδέονται με τις μεταναστευτικές ροές από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και να ελεγχθούν οι κίνδυνοι, χρειάζεται ένα ρυθμιστικό πλαίσιο το οποίο να συνδυάζει τα κατάλληλα οικονομικά και κοινωνικά κίνητρα ποιοτικής αντιστροφής του ισοζυγίου μεταναστευτικών ροών.

Συνοπτικά πρέπει να αναπτύξουμε :

Α. Σαφές πλαίσιο νόμιμης μετανάστευσης από τρίτες χώρες

Β. Πολιτικές ελέγχου της μεταναστευτικής ροής

Γ. Ισχυρές και ρεαλιστικές πολιτικές ένταξης 

Α. Σαφές πλαίσιο νόμιμης μετανάστευσης από τρίτες χώρες.

Θα πρέπει να οριστούν διαφανή κριτήρια και διαδικασίες αλλά και κατάταξη των μεταναστών ανάλογα με τις χώρες προέλευσης. Οπωσδήποτε, θα χρειαστεί αναλυτική και κατά περίπτωση επεξεργασία με βάση την προτεινόμενη κατάταξη:

  • Ευρωπαϊκές χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Ρωσία
  • Χώρες που έχουν το status υποψήφιας προς ένταξη χώρας ή βρίσκονται στη διαδικασία απόδοσης του status αυτού, όπως Σερβία, Βοσνία, Ουκρανία, Μολδαβία
  • Χώρες με ιδιαίτερους πολιτιστικούς και πολιτικούς δεσμούς με την Ελλάδα, όπως ΗΠΑ, Αυστραλία, Καναδάς, Νέα Ζηλανδία, μερικές χώρες της Λατινικής Αμερικής και χώρες μέλη του ΟΟΣΑ
  • Γειτονικές χώρες με σημαντικούς οικονομικούς και πολιτιστικούς δεσμούς, όπως η Αλβανία
  • Περιπτώσεις που εμπίπτουν στις ανωτέρω κατηγορίες αλλά έχουν ειδικά χαρακτηριστικά και για τις οποίες συνεπώς απαιτούνται ειδικές πολιτικές και χειρισμοί, όπως η Τουρκία
  • Αναπτυσσόμενες χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας με σημαντικό δυναμικό ανάπτυξης διακρατικών συνεργασιών και εμπορίου
  • Λοιπές χώρες, όπου χρειάζεται η επεξεργασία εξειδικευμένης πολιτικής ανά χώρα προέλευσης

 Β. Πολιτικές ελέγχου της μεταναστευτικής ροής.

 

Είναι αναγκαίο να εφαρμοστούν άμεσα προληπτικές, πρωτίστως, αλλά και αποτελεσματικές κατασταλτικές πολιτικές ελέγχου της εκτός του σαφώς καθορισμένου νόμιμου πλαισίου μεταναστευτικής ροής.

 Συγκεκριμένα, προτείνουμε:

 α) Ανάπτυξη ουσιαστικών και αποτελεσματικών αποτρεπτικών μηχανισμών στα σύνορα, όπως ενδεικτικά

  • Φράχτης στον Έβρο, εξοπλισμένος με όλα τα μέσα που προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία: συστήματα αποτροπής, ανιχνευτές, φωτοκύτταρα, ηλεκτρονικές κάμερες παρακολούθησης και συστήματα θερμικής απεικόνισης σε όλο το μήκος του
  • Περιπολίες με συνεργασία Στρατού – Αστυνομίας – FRONTEX
  • Δορυφορική κατόπτευση των θαλασσίων συνόρων
  • Περιπολίες σκαφών του Λιμενικού και του Πολεμικού Ναυτικού με ελαφρά σκάφη που, πέραν της φύλαξης, θα πρέπει να σχεδιαστούν με γνώμονα την αποτροπή ανθρώπινων τραγωδιών κατά την επικίνδυνη αυτή διαδικασία εισόδου στη χώρα. Αυτό μπορεί να γίνει στα πρότυπα της ιταλικής Mare Nostrum που ακολούθησε το ναυάγιο στη Λαμπεντούζα. Η οικονομική υποστήριξη της Ευρώπης σε αυτή την πρωτοβουλία είναι απαραίτητη και πρέπει να διεκδικηθεί αποφασιστικά, μαζί με την Ιταλία

 β) Ανάπτυξη μηχανισμών ελέγχου με κατάλληλο σχεδιασμό, επάνδρωση και τεχνική υποστήριξη, που να οδηγούν στον εντοπισμό των μεταναστών χωρίς άδεια παραμονής. Αυτοί πρέπει να συνδυαστούν με αποτελεσματικό μηχανισμό άμεσης και ακριβοδίκαιης κατάταξής τους (υπάρχει διεθνής πρακτική που το επιτρέπει αυτό σε πολύ μεγάλο βαθμό και πρέπει απλώς να εφαρμοστεί) σε τρεις κατηγορίες:

 1. Πρόσφυγες, που καλύπτονται από τις διεθνείς συνθήκες και στους οποίους αναφερθήκαμε.

 2. Πιθανώς αποδεκτοί μετανάστες, για τους οποίους θα εξεταστούν τα δεδομένα με βάση τις συμφωνίες με άλλες χώρες υποδοχής στην Ε.Ε., αλλά και με βάση ατομικά τους χαρακτηριστικά και την κοινωνική συνάφεια με την Ελλάδα των χωρών από όπου έρχονται, όπως θα έχει οριστεί στο αναλυτικό πλαίσιο πολιτικής ανά χώρα προέλευσης που περιγράφηκε πιο πάνω.

 3. Άτομα προς άμεση και οριστική απέλαση.

 Η αυτονόητη αυτή κατάταξη ως τώρα δεν λειτουργεί. Όλοι οι μετανάστες που εντοπίζονται χωρίς άδεια παραμονής κατατάσσονται στην τρίτη κατηγορία με διοικητικά τερτίπια και τελικά, λόγω αδυναμίας κράτησης τους, δεν εφαρμόζεται ούτε καν η απέλαση τους. Επικρατεί ο νόμος της διαφθοράς, που καλλιεργεί και εδώ, όπως και σε πολλούς άλλους τομείς της ελληνικής διοίκησης, εκμετάλλευση, εντάσεις, αθλιότητα και γενικευμένη ανομία.

 γ) Αναδιαπραγμάτευση των Ευρωπαϊκών συνθηκών με βάση θετικές προτάσεις της ελληνικής πλευράς για τη δημιουργία ενιαίου πλαισίου μεταναστευτικής πολιτικής, χωρίς το οποίο οι συνοριακές χώρες επιβαρύνονται υπέρμετρα.

Το πλαίσιο αυτό πρέπει να αξιοποιεί τα θετικά στοιχεία της μετανάστευσης προς όφελος όλων των Ευρωπαϊκών χωρών και, επίσης, να επιμερίζει ισόποσα τα αρνητικά της.

Η επαναφορά του θέματος στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι κρίσιμη για τη χώρα μας. Για να επιτύχει αυτή η προσπάθεια απαιτείται η συστηματική συγκρότηση πολιτικών συμμαχιών, η αυστηρή τήρηση των συμφωνηθέντων, όπως η αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων στο πλαίσιο του συστήματος Σένγκεν ώστε η χώρα να ξανακερδίσει την αξιοπιστία της και, κυρίως, η κατάθεση εξειδικευμένων και ρεαλιστικών προτάσεων αλλαγών. Οι προτάσεις αυτές πρέπει να είναι, όπως αναφέρθηκε ήδη, θεσμικές, πράγμα που συνεπάγεται αναδιαπραγμάτευση συνθηκών και μεταφορά αρμοδιοτήτων, αλλά και πρακτικές ώστε να μπορούν άμεσα να εφαρμοστούν και στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο.

Τέτοιες προτάσεις, κωδικοποιημένα, είναι:

  • Η μεταφορά αρμοδιοτήτων μεταναστευτικής πολιτικής από τα κράτη μέλη στην Ένωση
  • Η σταδιακή εναρμόνιση και τελική θέσπιση ενιαίας Ευρωπαϊκής Πολιτικής με την ενοποίηση των διαδικασιών χορήγησης αδειών παραμονής ανάλογα με τις χώρες προέλευσης, λαμβάνοντας υπόψιν τις ιδιαιτερότητες κάθε κράτους μέλους και των περιφερειών της Ένωσης
  • Κοινές πολιτικές υποδοχής και επιμερισμού των προσφύγων
  • Κοινές πολιτικές ενδιάμεσων συνθηκών κράτησης και επαναπροώθησης, δημιουργία χώρων προσωρινής κράτησης με κοινά πρότυπα λειτουργίας και την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μεταφορά των αντίστοιχων πόρων και αρμοδιοτήτων από τα κράτη μέλη στην Ένωση
  • Ενίσχυση των κοινών πολιτικών φύλαξης των συνόρων με την ενίσχυση των πόρων, των μέσων και διοικητικών αρμοδιοτήτων της FRONTEX
  • Ενίσχυση των κοινών πολιτικών και των μηχανισμών κοινής επίβλεψης της εφαρμογής τους απέναντι σε τρίτες χώρες που συνορεύουν με την Ένωση για την αποτροπή της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης. Αυτό έχει αυτονόητα ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά την υπογραφή της συμφωνίας επαναπροώθησης μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας. Αυτή η συμφωνία πρέπει να αξιοποιηθεί μέσα από ένα καλά σχεδιασμένο σύστημα για ταχύρρυθμες απελάσεις όσων πρέπει να απελαθούν σύμφωνα με τον νόμο, πράγμα που θα αλλάξει ριζικά το έως πρότινος απελπιστικό σκηνικό της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης στη χώρα μας
  • Ανάπτυξη κοινών πολιτικών ρύθμισης μεταναστευτικών ροών που θα αντιστρέψουν το αρνητικό ευρωπαϊκό ισοζύγιο παραγωγικής μετανάστευσης και το φαινόμενο brain drain: Ευνοϊκά φορολογικά καθεστώτα, χρηματοδοτικά κίνητρα όπως εγγυήσεις, κίνητρα εγκατάστασης νέων επιστημόνων και μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων προερχόμενων από τρίτες χώρες, ιδιαίτερα κίνητρα για καινοτόμες παραγωγικές δραστηριότητες. Οι ενεργητικές αυτές πολιτικές, που απαιτούν και την στήριξη Ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων και μηχανισμών, θα πρέπει να ενισχύουν κατά προτεραιότητα τις περιφέρειες, αλλά και συνολικά την ισόρροπη ανάπτυξη στην Ένωση, μειώνοντας τις αποκλίσεις και τους κινδύνους ερήμωσης και γήρανσης ολόκληρων περιοχών ή χωρών. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε καταστροφικές συνέπειες για την ίδια τη συνοχή και ύπαρξη της Ένωσης, ακόμα και για τις πιο ανεπτυγμένες χώρες της, και θα πρέπει να αναδειχθεί από την άμεσα θιγόμενη χώρα μας και να αντιμετωπιστεί αποφασιστικά.

 δ) Η προβλεπόμενη από τον τωρινό νόμο, αναποτελεσματική και πρακτικά ανεφάρμοστη, ποινή φυλάκισης πρέπει να καταργηθεί. Έως την κατάταξη των μεταναστών σε κάποια από τις πιο πάνω κατηγορίες, η οποία θα δρομολογήσει την μετέπειτα πορεία τους, η κράτηση τους πρέπει γίνεται σε χώρους που θα σχεδιαστούν με κριτήρια επάρκειας και καταλληλότητας από λειτουργική και ανθρωπιστική άποψη. Αυτά πρέπει να διεκδικηθεί να αντιστοιχούν σε πανευρωπαϊκά κοινά πρότυπα και να λειτουργούν υπό Ευρωπαϊκή Εποπτεία, με κοινούς πόρους στο πλαίσιο μιας μεταβατικής περιόδου, έως την ενοποίηση της Ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής. Πρέπει με άλλα λόγια να διεκδικηθεί με τρόπο ρεαλιστικό και δημιουργικό το αυτονόητο και οι συνέπειές του – η Ελλάδα είναι χώρα στα σύνορα της Ευρώπης και θα πρέπει να στηριχτεί, καθώς οι μεταναστευτικές ροές την επιβαρύνουν υπέρμετρα.

Γ. Ισχυρές και ρεαλιστικές πολιτικές ένταξης

1. Οικονομικά κίνητρα

Ο κατώτατος μισθός (ακριβέστερα ειπωμένο, το κατώτατο ωρομίσθιο) είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος ελέγχου των ροών οικονομικής μετανάστευσης, όταν ορίζεται σε επίπεδο που η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μπορεί να υποστηρίξει. Επομένως, είναι ρύθμιση που είναι δυνατό να εφαρμοστεί καθολικά και με ακρίβεια, σε συνδυασμό με ένα αντίστοιχο επίδομα ανεργίας μακράς διάρκειας στους νομίμως εργαζόμενους στη χώρα. Αυτό προϋποθέτει τη συνάρτηση των ποσών με την παραγωγικότητα της οικονομίας ώστε να μην υποβαθμίζεται η παγκόσμια ανταγωνιστικότητά της.

Στην Ελλάδα το κόστος εργασίας, επιβαρυμένο υπέρμετρα με μη ανταποδοτικές ασφαλιστικές εισφορές, είναι δυσανάλογο με την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Ενδεικτικά, στη γενική παγκόσμια ανταγωνιστικότητα (που λαμβάνει υπόψιν τη μορφή της οικονομίας και τη θέση της χώρας) η ελληνική οικονομία είναι στην 91η θέση, κάτω από αυτή της Ουκρανίας (84η), της Μολδαβίας (89η) και της Ναμίμπια (90η), ενώ η Ισπανία βρίσκεται στην 36η και η Κροατία στην 75η θέση.

Στην καινοτομία η Ελλάδα βρίσκεται στην 81η θέση, έναντι της 4ης της Γερμανίας, 15ης του Βελγίου, 30ης της Ιταλίας, και 33ης της Ινδονησίας.

Συγκριτικά, ο βασικός μισθός (σταθμισμένο ετήσιο ωριαίο κόστος) στην Ελλάδα βρίσκεται στα 5,19 $, ενώ αυτός της Κροατίας στα 3,97, της Πορτογαλίας στα 4,6 και της Ισπανίας στα 5,57.

Σε χώρες χωρίς επίσημο βασικό μισθό (όπως η Δανία, η Φινλανδία και, ως πρόσφατα, η Γερμανία) ο κατώτατος μισθός ορίζεται από τις συλλογικές συμβάσεις που προκύπτουν από ισορροπημένες διαπραγματεύσεις εργαζομένων-εργοδοτών, που στην ουσία τον καθόριζαν υγιέστερα ανά κλάδο μάλλον και όχι οριζόντια. Η Γερμανία αποφάσισε να αλλάξει το καθεστώς αυτό κύρια λόγω της γενικευμένης ευρωπαϊκής πίεσης για το μισθολογικό της dumping και τη στρέβλωση που αυτό εισήγαγε στις αγορές εργασίας της Ευρώπης, αλλά και της στρέβλωσης λόγω περιορισμένης εσωτερικής ζήτησης.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το μισθολογικό κόστος έχει δύο στοιχεία: την αμοιβή του εργαζομένου και το κόστος των εισφορών, κρατήσεων και της γραφειοκρατικής διαχείρισης της μισθωτής εργασίας, που μας είναι άλλωστε γνωστή για την ακαμψία της. Από αυτή την άποψη, το βάρος της μείωσης του μισθολογικού κόστους στην Ελλάδα, ώστε να καταστεί συμβατό με την παραγωγικότητα της εργασίας όσον αφορά το κατώτατο ημερομίσθιο, θα πρέπει να πέσει κατεξοχήν στη μείωση των υπέρμετρων επιβαρύνσεων και όχι στην περαιτέρω μείωση της αμοιβής των εργαζομένων. Αυτή μάλιστα θα πρέπει να είναι η πρώτη που θα ανακάμψει από την αύξηση της παραγωγικότητας, όταν αυτή επιτευχθεί, ώστε να δημιουργηθούν εγχώρια κίνητρα οικονομικής ανάπτυξης.

2. Πολιτικές ένταξης των μεταναστών.

Α. Κοινωνική και πολιτιστική ένταξη

Υπάρχει η καλή εκδοχή του αβίαστου σεβασμού και της αναγνώρισης μιας άλλης κουλτούρας, όπως εκδηλώνονται σε μιαν ομοιογενή κοινότητα και επισφραγίζονται με την απολαβή ίσων δικαιωμάτων για τα μέλη των μειονοτικών/μεταναστευτικών ομάδων. Η ενσωμάτωση του «διαφορετικού» σημαίνει συνοχή, διεύρυνση των συνόρων και ίσες ευκαιρίες επαγγελματικής απασχόλησης.

Υπάρχει όμως πάντοτε και το ενδεχόμενο της συνύπαρξης διαφορετικών ομάδων μέσα σε μια ευρύτερη κοινωνία που παλεύει ανάμεσα στην ορθότητα και τον φόβο αλλοίωσης της ταυτότητάς της. Σε αυτή την περίπτωση η ισότητα είναι νομότυπη, αλλά δεν υπάρχει αποδοχή της διαφορετικότητας ώστε τα μέλη των ομάδων να μπορούν να είναι ενεργά κύτταρα της κοινωνίας.

Η ενσωμάτωση του μεταναστευτικού πληθυσμού γίνεται μέσα από παράλληλες διαδικασίες εξοικείωσης μεταξύ των πολιτισμών και αγώνων ένταξης στην αγορά εργασίας. Επομένως, το κράτος καλείται να φτιάξει ένα διευρυμένο πλαίσιο από υποστηρικτικές δομές και εκπαιδευτικούς στόχους για τους ανθρώπους που αναζητούν μια νέα πατρίδα και να πάψει να τους αντιμετωπίζει ως φτηνό εργατικό δυναμικό μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον που δεν τους αναγνωρίζει δικαιώματα. Σύμφωνα με εκτεταμένες και έγκυρες έρευνες, οι παράγοντες που καθορίζουν την ένταξη σε μια κοινωνία είναι:

  • Νομιμοποίηση
  • Γλώσσα
  • Απασχόληση
  • Κατοικία
  • Οικογένεια
  • Πολιτισμική και θρησκευτική ιδιαιτερότητα
  • Άτυπες κοινωνικές σχέσεις

Ας λάβουμε υπόψη μας ότι και εδώ το Ελληνικό κράτος, όπως σε πολλές άλλες περιπτώσεις, ενεργεί κυρίως a posteriori, δηλαδή κατόπιν αυθαιρεσιών και καταπάτησης των νόμων που το ίδιο αδυνατεί να διαφυλάξει. Το μεγαλύτερο αγκάθι στην ενσωμάτωση των μεταναστών αποτελεί φυσικά ο δαιδαλώδης γραφειοκρατικός δρόμος προς τη νομιμοποίηση, πράγμα που αποθαρρύνει αρκετούς από το να διεκδικήσουν μια καλή ζωή μακριά από την ανεπίσημη οικονομία.

Επιπλέον, απαιτούνται μια σειρά από μέτρα για την εξοικείωση των πληθυσμών μεταξύ τους με σκοπό τη γρηγορότερη εξέλιξή τους σε αρμονικές κοινότητες:

  • Επαρκής αντιπροσώπευση των ανθρώπων αυτών σε κάθε βήμα του κοινωνικού βίου. Αναγνώριση του δικαιώματος λόγου
  • Διασυνοριακή και διακρατική συνεργασία πάνω στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μειονότητες
  • Μελέτη των συνθηκών ένταξης των μεταναστών στην αγορά εργασίας και αποτύπωση των εργασιακών διαδρομών τους
  • Ενίσχυση τοπικών και περιφερειακών δομών για τη λήψη αποφάσεων μέσα από συμμετοχικές διαδικασίες
  • Εκπαίδευση, εξοικείωση με διαφορετικά αντικείμενα εργασίας
  • Υποστήριξη της επιχειρηματικότητας των μεταναστών ώστε να διευκολυνθεί η προσαρμογή τους στο νέο περιβάλλον και να αποφευχθεί η γκετοποίηση τους
  • Αναβαθμισμένος ρόλος του σχολείου που θα αναλάβει την εκπαίδευση των παιδιών των μεταναστών, προώθηση της πολυγλωσσίας

Β. Θεσμική ένταξη

Πλήρης ένταξη στην ελληνική κοινωνία των εγκατεστημένων μεταναστών, και κυρίως αυτών της δεύτερης γενιάς, με σεβασμό και προσπάθεια διατήρησης των θετικών στοιχείων της πολιτιστικής μνήμης που εμπλουτίζουν την παραγωγικότητα των σύγχρονων κοινωνιών και διευκολύνουν την οικοδόμηση διεθνών δικτύων προς άλλες οικονομίες και αγορές. Τα δικαιώματα και οι ευθύνες είναι ουσιώδης μηχανισμός ένταξης και όχι έπαθλο. Τυχόν απώλεια των ανθρώπων που έχουν εγκατασταθεί εδώ, είτε κοινωνική είτε και φυσική είναι καταστροφική. Η κοινωνική απώλεια μέσω του αποκλεισμού τους μεγαλώνει τις εντάσεις. Η φυσική τους απώλεια (ήδη οι καλύτεροι φεύγουν μαζί με τους ελληνικής καταγωγής νέους) λιγοστεύει το παραγωγικό δυναμικό. Και τα δυο φτωχαίνουν τη χώρα. Η πλήρης πολιτική, οικονομική και κοινωνική ένταξή τους είναι προϋπόθεση επιβίωσης για την ελληνική κοινωνία και οικονομία που γερνά, αφού οι μακροχρόνια μετανάστες, όπως συμβαίνει παγκόσμια, σταδιακά θα ταυτιστούν με τα συμφέροντα και την οπτική του εγκατεστημένου πληθυσμού.

Εφόσον έχει γονέα/γονείς που είναι νόμιμα εγκατεστημένος/οι στη χώρα, ένα παιδί που έχει γεννηθεί στην Ελλάδα αποκτά την ιθαγένεια με αίτηση των γονέων του με τη συμπλήρωση των 5 ετών νόμιμης διαμονής του/ς.

Σε περίπτωση που το παιδί έχει γεννηθεί εκτός Ελλάδας αλλά οι γονείς του διαμένουν νόμιμα στην χώρα, δύναται να λάβει με αίτηση των γονέων του την ιθαγένεια, με την ολοκλήρωση τουλάχιστον εξαετούς φοίτησής του σε Ελληνικό σχολείο. Έχει επίσης τη δυνατότητα (εφόσον οι γονείς του δεν κάνουν χρήση της δυνατότητας να το πολιτογραφήσουν νωρίτερα ή αν δεν έχει γονείς) να πολιτογραφηθεί αυτοβούλως στα 16 του χρόνια.

Για τους μετανάστες πρώτης γενιάς από τρίτες χώρες προτείνεται η αυτόματη ανανέωση της πενταετούς άδειας παραμονής με δεκαετή, εφόσον δεν υπάρχουν στοιχεία εγκληματικών δραστηριοτήτων ή άλλα αντικειμενικά στοιχεία που να καθιστούν αναγκαία την απέλασή τους. Αυτό δημιουργεί κίνητρο ένταξης και αίσθηση του ανήκειν καθώς ενισχύει την προσωπική δέσμευση και επένδυση προοπτικής ζωής στον τόπο και τον πολιτισμό του.

Ο χρόνος της δυνατότητας αίτησης για τη χορήγηση της ιθαγένειας ορίζεται με τρόπο δυναμικό και με βασικό κριτήριο τη χώρα προέλευσης, ξεκινώντας από την ημερομηνία χορήγησης της πρώτης ανανέωσης της άδειας παραμονής έως και κατ’ ανώτατο δέκα χρόνια αργότερα (5-15 χρόνια συνολικά). Η ιθαγένεια χορηγείται, με βάση μια διαδικασία που ολοκληρώνεται το αργότερο έξι μήνες από την ημερομηνία αίτησης, μετά από αντικειμενικές εξετάσεις στη γλώσσα και τον πολιτισμό της χώρας στο επίπεδο του μέσου Έλληνα πολίτη. Η διαδικασία αυτή δεν είναι απαραίτητη εάν ο μετανάστης έχει συμπληρώσει έξι χρόνια επιτυχούς φοίτησης σε ελληνικό σχολείο ή έχει αποφοιτήσει από Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα της χώρας.

Για τους μετανάστες από χώρες της Ε.Ε. και ζώνης της ΕΖΕΣ δυνατότητα υποβολής αίτησης χορήγησης της ιθαγένειας δίνεται στα πέντε χρόνια από τη μόνιμη εγκατάστασή τους στη χώρα ή στα τέσσερα χρόνια, εφόσον είναι απόφοιτοι Ελληνικού Ανώτερου ή Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος.

Συμπεράσματα

Η χώρα μας, στο γύρισμα του αιώνα, κλείνει μια σημαντική σελίδα της δημογραφικής της ιστορίας. Έχει πλέον ολοκληρώσει τη δημογραφική της μετάβαση και τόσο οι πληθυσμιακές της δομές, όσο και η πορεία των βασικών δημογραφικών συνιστωσών ελάχιστα διαφέρουν από αυτές των πλέον ανεπτυγμένων χωρών του πλανήτη μας. Η Ελλάδα είναι μια χώρα υποδοχής μεταναστών, ο μέσος όρος ζωής είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη και η γονιμότητα βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, επίπεδα που δεν επιτρέπουν την αναπλήρωση των γενεών. Κατ’ επέκταση, στην πολύ πιθανή περίπτωση που αυτό δεν αντιστραφεί και ανεξαρτήτως σχετικών κυβερνητικών παρεμβάσεων, που θα είχαν βεβαίως τη χρησιμότητα τους, η όποια μελλοντική αύξηση του πληθυσμού θα είναι κυρίως απόρροια θετικών μεταναστευτικών ισοζυγίων. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από την ιδιαίτερα άνιση γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού της (στον νομό Αττικής π.χ που καταλαμβάνει μόλις το 3% της επιφάνειας της χώρας συγκεντρώνονται το 2001 3,8 από τα 11 εκατομμύρια των κατοίκων της χώρας, δηλαδή το 35%, έναντι του 16% το 1940). Τέλος, όπως και οι άλλες ανεπτυγμένες χώρες του πλανήτη μας, «γερνάει» και η δημογραφική αυτή γήρανση είναι μη αναστρέψιμη, στο βαθμό που όλο και περισσότερο θα οφείλεται στην αύξηση του μέσου όρου ζωής. Επομένως, η Ελλάδα αντιμετωπίζει τρεις μείζονες δημογραφικές προκλήσεις: την πληθυσμιακή ερήμωση ολόκληρων περιοχών, τη «διαχείριση» της δημογραφικής γήρανσης (τους τρόπους που θα βρει αφενός μεν για να επιβραδύνει τους ρυθμούς της, αφετέρου δε για να αξιοποιήσει το τεράστιο απόθεμα των ανθρώπινων πόρων που αντιπροσωπεύουν τα ηλικιωμένα άτομα) και, τέλος, τη διαχείριση των μεταναστευτικών ρευμάτων, με την υιοθέτηση μεταναστευτικών πολιτικών που θα λαμβάνουν υπόψιν το διεθνές και βαλκανικό περιβάλλον και θα επιτρέπουν παράλληλα την εκπλήρωση τόσο των δημογραφικών, όσο και των κοινωνικο-οικονομικών αναπτυξιακών στόχων της.

Συνοψίζοντας, με δεδομένη την αυξημένη κινητικότητα των πολιτών εντός και εκτός Ευρώπης, είναι ζωτικής σημασίας να εξασφαλίσουμε ότι οι εισροές θα υπερκαλύπτουν τις εκροές στα επόμενα χρόνια. Ένα σταθερά θετικό ισοζύγιο είναι αναγκαίο για την πληθυσμιακή σταθερότητα και την ανάπτυξη. Είναι σαφές ότι η διασφάλιση όχι μόνον επάρκειας, αλλά και ποιοτικότερων στοιχείων στις εισροές είναι απαραίτητη για την επιβίωση της χώρας.

Η μετανάστευση ακολουθεί δρόμο παράλληλο με το διεθνές εμπόριο, την κίνηση κεφαλαίων αλλά και την διακίνηση της γνώσης και της πληροφορίας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Οι φραγμοί και οι διαδικασίες ελέγχου δεν αποδίδουν παρά μόνον όταν συνδυάζονται με ποιοτικούς κανόνες. Οι εισροές ωφελούν περισσότερο και βλάπτουν λιγότερο όταν έχουν μακροχρόνια χαρακτηριστικά, επενδεδυμένη προσωπική φιλοδοξία και προοπτική πλήρους ένταξης όσων μεταναστεύουν. Όταν, δηλαδή, οι δομές στη χώρα στην οποία μεταναστεύουν τους επιτρέπουν να φαντάζονται μια καλύτερη ζωή, την οποία θα επιστρέψουν ως όφελος στην τοπική κοινωνία.

Οι χώρες που το πέτυχαν αυτό αρκετά καλά αναπτύσσονται ταχύτερα. Όσες αφέθηκαν σε χαμηλότερης ποιότητας εισροές συγκυριακής ανάγκης και πίεσης, αντιμετωπίζουν προβλήματα και δεν επωφελούνται όσο οι υπόλοιπες.

Αν το ισοζύγιο μείνει αρνητικό και με χαμηλά ποιοτικά χαρακτηριστικά επί μακρόν, η χώρα θα γεράσει, θα ερημώσει σταδιακά και θα απομένουν όλο και λιγότεροι και πιο ηλικιωμένοι για να πληρώνουν όλο και πιο πολλά. Αναπόφευκτα κάποια στιγμή κάποιος, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα γεμίσει τον άδειο χώρο: θα τον εποικίσει βιαίως και ανεξέλεγκτα, θα τον αγοράσει, θα τον καταλάβει μετά την κατάρρευση. Αυτό μόνο μια διορατική και καλά σχεδιασμένη μεταναστευτική πολιτική, στο πλαίσιο μιας γενικής απελευθέρωσης του δημιουργικού δυναμικού της χώρας, μπορεί να το αποτρέψει.

Συζητήστε αυτό το άρθρο στο χώρο του Φόρουμ (1 απαντήσεις).

Θέλεις να κρατήσεις επαφή;

Το email θα χρησιμοποιηθεί μόνο για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Υποχρεωτικό πεδίο
Πρέπει να το τσεκάρετε

Θέλεις να βοηθήσεις κι εσύ;

Η κρατική επιδότηση στη Δημιουργία, Ξανά! είναι ελάχιστη και δεν φτάνει ούτε για τη συμμετοχή μας στις εκλογές. Πρακτικά, τα βάζουμε όλα «από την τσέπη μας», ενώ τα μέλη, οι εθελοντές, αλλά και οι φίλοι μας, προσφέρουν καθημερινά τον χρόνο τους αφιλοκερδώς για πάμπολλα θέματα. Γι αυτό οι δωρεές είναι σημαντική βοήθεια!

ΔΩΡΕΑ 10€ 
ΔΩΡΕΑ 20€
ΔΩΡΕΑ 50€
ΔΩΡΕΑ 100€
ΔΩΡΕΑ ΑΛΛΟΥ ΠΟΣΟΥ