«Αν σκέφτεσαι με προοπτική ενός χρόνου, φύτεψε ένα σπόρο.
 Αν σκέφτεσαι με προοπτική δέκα χρόνων, φύτεψε ένα δέντρο.
 Αν σκέφτεσαι με προοπτική 100 χρόνων, δίδαξε ανθρώπους.» (Κομφούκιος)

Παρότι η Παιδεία, ως έννοια, έχει συσχετιστεί με την πνευματική υπεροχή της Φυλής μας, σε σημείο που να πείσει τον Έλληνα φιλόσοφο Πλήθωνα Γεμιστό να υπερηφανευτεί ότι «Εσμέν Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί», εμείς –οι θλιβεροί απόγονοι– αγνοούμε ή σνομπάρουμε τη σημασία της, και –από “ειδοποιό διαφορά” του Έθνους μας– την μετατρέψαμε σε γνώρισμα πνευματικής παρακμής. Κι αφήσαμε έκθετον τον Λέοντα Τολστόι, ο οποίος –ανύποπτος για την επερχόμενη κατάντια μας– ομολογούσε με θαυμασμό ότι «χωρίς ελληνομάθεια δεν υπάρχει παιδεία».
Τολμάμε, βέβαια, να θεωρούμε και σήμερα την Παιδεία μας “εθνική υπόθεση”, όχι τόσο για να αναδεικνύουμε το κύρος και την αξιακή της προτεραιότητα, αλλά για να την προβάλλουμε ως άλλοθι, προκειμένου να καλύπτουμε την ιδεοληψία, τον κομματισμό και τον ρεμβασισμό, πίσω από δήθεν μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις ή ανατροπές συστημικών δομών.
Δυστυχώς, στις μέρες μας, η Εκπαίδευση (δηλαδή, η παροχή γνώσεων για να φτάσουμε στην Παιδεία), αποτελεί χώρο άσκησης εξουσίας και εφαρμογής εμμονικών σχεδιασμών, που καταστρέφουν ό,τι έχει επιτευχθεί, δυσκολεύοντας ακόμα περισσότερο όσες προσπάθειες καταβάλλονται, κατά καιρούς, για τον επαναπροσανατολισμό της. Αντί να έχει ορίζοντα δεκαετιών, ώστε να προλάβει να “καρπίσει”, εξυπηρετεί τη μικροπολιτική των εκάστοτε κυβερνήσεων, που στοχεύουν –κοντόφθαλμα– στις επόμενες, κάθε φορά, εκλογές.
Με εξαίρεση τις μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες των υπουργών Μαριέττας Γιαννάκου και Άννας Διαμαντοπούλου, που υπόσχονταν εκσυγχρονισμό της Εκπαίδευσης, αλλά, στη συνέχεια, αναθεωρήθηκαν υπό την πίεση της οργανωμένης αντίδρασης, ο σχεδιασμός του Υπουργείου Παιδείας έχει περιοριστεί στην απλή διαχείριση μιας συγκεχυμένης εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Μοναδικός γνώμονας, η σύμπλευση με τις απαιτήσεις των συνδικαλιστών, ώστε να εξασφαλιστεί η εργασιακή ειρήνη στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ασχέτως αν αυτή η τακτική απονεκρώνει και τους τελευταίους υγιείς ιστούς της Εκπαίδευσης, καταδικάζοντας τις επόμενες γενιές.
Εκπαίδευση και Συνδικαλισμός, λοιπόν: «Τι ζητάει η αλεπού στο παζάρι;» Ας ακολουθήσουμε τα βήματά της.
Η ασύστολη εκχώρηση δικαιωμάτων στους συνδικαλιστές –από το 1982 και μετά– με σκοπό τον κομματικό προσεταιρισμό τους, αλλοτρίωσε την αποστολή τους, και τους επέτρεψε να εξελιχθούν σε εκβιαστές των κυβερνήσεων, μέσω του πολιτικού κόστους, χρησιμοποιώντας ως μοχλό πίεσης την κοινωνική ανωμαλία. Κι ενώ θα περίμενε κανείς οι κυβερνήσεις να παρέμβουν νομοθετικά στην παρεκτροπή του Συνδικαλισμού, αυτές, απλώς, αναχαιτίζουν την επικινδυνότητά του περιστασιακά, παραχωρώντας θύλακες εξουσίας στα ηγετικά του στελέχη. Οπότε ο Συνδικαλισμός, από θεματοφύλακας των εργασιακών δικαιωμάτων, έχει μεταβληθεί σε βραχνά της δημόσιας διοίκησης, καθώς διεκδικεί τη θεσμοθέτησή του ως «πέμπτης εξουσίας» (δεδομένου ότι η τέταρτη θέση, ήδη ανήκει στον Τύπο).
Για να μη θεωρηθεί αυθαιρεσία (και, φυσικά, αντισυνταγματική πράξη) η εξαίρεση των εκπαιδευτικών από τον Συνδικαλισμό, ο οποίος, ασφαλώς, αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα όλων των εργαζομένων, θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τον ορισμό της Εκπαίδευσης ως χώρου εργασίας.
Τολμώ, λοιπόν, να θέσω το ερώτημα: οι γνωστές μέθοδοι του Συνδικαλισμού είναι συμβατές με τον ιδεατό χαρακτήρα της Εκπαίδευσης; Διότι πρέπει να ξεχωρίσουμε τη διδασκαλία από την κοινώς εννοούμενη απασχόληση, καθότι αποτελεί λειτούργημα, κι ως τέτοιο δεν υπόκειται στους τυπικούς εργασιακούς κανόνες. Ο εκπαιδευτικός δεν παρέχει απλώς γνώσεις, αλλά διαμορφώνει προσωπικότητες και ενδιαφέρεται για την περαιτέρω πνευματική πορεία των μαθητών του. Ενώ ο κάθε εργαζόμενος δικαιούται να συναρτά τη δουλειά του με το ωράριό της, ο εκπαιδευτικός, αν έχει συναίσθηση της αποστολής του, δεν εντάσσει την υπηρεσία του σε χρονικά όρια (όπως αντιστοίχως ο γιατρός ή ο αστυνομικός, κατά την άσκηση του καθήκοντος). Θα αφιερώσει χρόνο για την αντιμετώπιση μιας ιδιαιτερότητας του μαθητή του –είτε αυτή αφορά μαθησιακή αδυναμία του είτε κάποιο προσωπικό του πρόβλημα. Διότι το λειτούργημα είναι περίσσευμα της τυπικής υποχρέωσης, έχει μια δόση εθελοντισμού, γι’ αυτό και ξεχωρίζει ουσιαστικά από το επάγγελμα, και η αμοιβή του υπερβαίνει τη συμβατική έννοια της μισθοδοσίας, αφού η επιβράβευση του αποτελέσματος τοκίζεται ισοβίως, μέσω της εκτίμησης των μαθητών του.
Δεν παραγνωρίζουμε ότι και στον χώρο της Εκπαίδευσης προκύπτουν προβλήματα, που πρέπει να αναδεικνύονται και να επιλύονται –όμως, όχι μέσω της συνδικαλιστικής τακτικής (αποχή ή παρεμπόδιση έργου), διότι, στην προκειμένη περίπτωση, τη ζημιά δεν την υφίσταται η εργοδοσία αλλά οι αποδέκτες των υπηρεσιών, που είναι οι μαθητές και, κατ’ επέκτασιν, οι γονείς τους. Γι’ αυτό και πρέπει να θεσμοθετηθεί ένα υποκατάστατο του Συνδικαλισμού –ένας Φορέας διακομματικός– που θα έχει ως έργο τη διασφάλιση των δικαιωμάτων όσων εμπλέκονται στον χώρο της Εκπαίδευσης, ώστε να περιττεύει κάθε αγωνιστική διεκδίκηση.
Η εξαίρεση του Συνδικαλισμού από την Εκπαίδευση δεν έχει να κάνει με τη φοβική αντιμετώπιση ενός κοινωνικού μέσου πίεσης, που απειλεί το κατεστημένο. Απλώς, σε έναν χώρο όπου καλλιεργείται συστηματικά ο διάλογος, και οι στόχοι έχουν ξεκάθαρο ηθικό και πνευματικό υπόβαθρο, είναι –αν μη τι άλλο– ανακόλουθο να χρησιμοποιείται ο εξαναγκασμός για την επιβολή των αντίθετων απόψεων.
Ας δούμε τι συμβαίνει σήμερα.
Όταν η Διοίκηση Εκπαίδευσης σε έναν Νομό δεν έχει πολιτικά προσκείμενη την πλειοψηφία της τοπικής ΕΛΜΕ, εξαγοράζει την ανοχή ή τη στήριξη των αντιπάλων συνδικαλιστών, μέσω διευκολύνσεων ή και τακτοποίησής τους σε διευθυντικές θέσεις σχολικών μονάδων.
Η επίσκεψη συνδικαλιστών στα σχολεία είναι ισόκυρη –αν όχι και ανώτερη– με την επίσκεψη Προϊσταμένου. Ο δε διευθυντής σχολικής μονάδας, για να μη χρεωθεί τη “ρετσινιά” του άτεγκτου εκπροσώπου της Διοίκησης –με τη συνακόλουθη καταγγελία/διασυρμό– αναγκάζεται να ανέχεται τη θεληματική παρουσία τους.
Η όποια καινοτόμα πρωτοβουλία, που ταράζει την καθημερινότητα των διδασκόντων, πρέπει να περάσει από την έγκριση των συνδικαλιστών, για να μη μπει στο στόχαστρό τους.
Σε περίοδο εκλογών των κατά τόπους ΕΛΜΕ, τα σχολεία –επί μία σχεδόν εβδομάδα– ταλανίζονται από τις εναλλασσόμενες επισκέψεις εκπροσώπων των παρατάξεων, ενώ, την ημέρα των εκλογών, δεν λειτουργούν, παρότι αυτές θα μπορούσαν να διεξαχθούν μετά το πέρας των μαθημάτων, όπως συνέβαινε πριν από το 1982.
Υπάρχουν εκπαιδευτικοί, που, μετά από μια ελάχιστη περίοδο προσαρμογής στις αίθουσες διδασκαλίας, δεν εμφανίζονται στα σχολεία καθ’ όλη τη διάρκεια της υπαλληλικής τους θητείας, απολαμβάνοντας –ως καριερίστες συνδικαλιστές– τη νόμιμη αποχή από τα διδακτικά τους καθήκοντα.
Η κατάσταση στην Εκπαίδευση επιδεινώθηκε, με την ενθάρρυνση και του Μαθητικού Συνδικαλισμού, που ανατρέπει την ιεραρχημένη πνευματική σχέση μεταξύ διδασκόντων και διδασκομένων, αφού το όποιο κύρος του εκπαιδευτικού (κατά την ώρα του μαθήματος) εκμηδενίζεται, κατά την –επί ίσοις όροις– αντιπαράθεση με τους συνδικαλιστές μαθητές. Φτάσαμε στο σημείο η παραμικρή διαφωνία ή διεκδίκηση από μέρους των μαθητών να οδηγεί στην κατάληψη του σχολείου, παρότι η προάσπιση των δικαιωμάτων τους καλύπτεται από τη θεσμική παρουσία των συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων.
Γι’ αυτό, λοιπόν:
• επειδή δεν γίνεται να μιλάμε για ποιοτική εκπαίδευση και να αποφεύγουμε την αξιολόγηση, επιβραβεύοντας τον “ωχαδερφισμό”.
• επειδή δεν γίνεται να έχουμε ως πρότυπα εκπαιδευτικά συστήματα της Αλλοδαπής, και να μη θέλουμε να εφαρμοστούν στη χώρα μας.
• επειδή δεν γίνεται –ως πολιτικοί– να επιλέγουμε για τα παιδιά μας ιδιωτικά σχολεία, και συγχρόνως να δηλώνουμε αντιρρησίες της Ιδιωτικής Εκπαίδευσης στη χώρα μας.
• επειδή δεν γίνεται να δηλώνουμε υπερασπιστές της Δημόσιας Εκπαίδευσης, και να την εγκαταλείπουμε στο έλεος των καταλήψεων, ανεχόμενοι την καταχρηστική ισχύ του «πανεπιστημιακού ασύλου».
Για όλα αυτά, θα πρέπει να πάψουμε να παριστάνουμε τους δουλοπρεπείς κόλακες του «βασιλιά» του παραμυθιού, περιμένοντας πότε θα φανεί ένα παιδί, για να αποκαλύψει –με αφελή αυθορμησία– ότι αυτός «είναι γυμνός»!
Είναι καιρός να αναληφθούν σοβαρές πρωτοβουλίες για την αναβάθμιση της Εκπαίδευσης, κι αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν:
• την απεξάρτησή της από τα κυβερνητικά σχήματα και την υπαγωγή της σε μόνιμη διακομματική Επιτροπή Παιδείας, που να ρυθμίζει τη λειτουργία της
• την ανάθεση του εκπαιδευτικού σχεδιασμού σε ομάδα πνευματικών προσωπικοτήτων, διεθνούς κύρους, οι οποίοι –υπό την τυπική προεδρία του υπουργού– να θέτουν μακροπρόθεσμους στόχους, που να διασφαλίζουν το μέλλον των παιδιών μας.
• την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, κατά τη διάρκεια των σχολικών διακοπών, και την αξιολόγησή τους, ώστε να κρατιέται ψηλά ο μέσος όρος των ικανών, να αναβαθμίζονται οι επιδιώξεις τους, και να κατοχυρώνεται η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.
• την ανάδειξη της αριστείας μεταξύ των μαθητών, η οποία και τους ίδιους αμείβει ηθικά και στην κοινωνία παρέχει εγγυήσεις ως προς τα προσόντα των νέων, που θα αναλάβουν τις τύχες της.
• τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου των μαθητικών συμβουλίων, ο οποίος πρέπει να αρκείται στη διεκπεραίωση τυπικών συλλογικών υποχρεώσεών τους.
• την απαγόρευση των καταλήψεων σχολικών χώρων, οι οποίες –πέρα από την παρανομία τους– εμποδίζουν το έργο των επιμελών μαθητών, ενώ, συχνά, καταλήγουν σε βανδαλισμούς.
Τα όσα ανέπτυξα στην εισήγησή μου δεν έχουν χαρακτήρα καταγγελίας αλλά αυτοκριτικής, καθότι ο ομιλών έχει περάσει απ’ όλα τα στάδια της Δ/θμιας Εκπ/σης: ως διδάσκων, ως επικεφαλής συνδικαλιστικής παράταξης, ως μέλος ΕΛΜΕ, ως διευθυντής σχολικής μονάδας και ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Γραφείου Δ/θμιας Εκπαίδευσης.
Θα ήθελα οι θέσεις μου να καταγραφούν ως εξουσιοδοτημένη απολογία από μέρους όλων όσοι –ηθελημένα ή όχι– αφήσαμε τις ευκαιρίες να χαθούν, διότι, όπως πετυχημένα επισημαίνει ο Αμερικανός δημοσιογράφος Σύντεϋ Χάρις (1917-1986), «ο βασικός σκοπός της Εκπαίδευσης είναι να μετατρέψει τους καθρέφτες σε παράθυρα»! Κι εμείς, άβουλοι και μοιραίοι, ξεχαστήκαμε –αυτάρεσκα– στο καθρέφτισμα της επιπολαιότητάς μας και της ματαιοδοξίας μας.

Στέργιος Βαγγλής (συνταξιούχος εκπαιδευτικός, Φιλόλογος, Συγγραφέας, πρώην επικεφαλής συνδικαλιστικής παράταξης)

Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι πολλοί από εμάς αισθανθήκαμε υπερηφάνια και χαρά, όταν μάθαμε είτε τυχαία, είτε λόγω της επικαιρότητας, το ότι ο επικεφαλής Έρευνας και Σχεδιασμού στην εταιρία Tesla Motors στην Καλιφόρνια, μιας εταιρείας που φτιάχνει πρωτοπόρα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα είναι ένας ‘δικός’ μας, ο Κωνσταντίνος Λάσκαρης. Πρόσφατο προϊόν της δικής μας Παιδείας.
Ο Κωνσταντίνος και η ομάδα ‘Προμηθέας’ του Μετσόβειου Πολυτεχνείου δημιουργούν, πρωτοπορούν, και καινοτομούν.
Είναι ο μόνος;
Σίγουρα όχι. Γνωρίζω πολλές τέτοιες περιπτώσεις, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Άτομα με μεράκι, θέληση, αγάπη για τη μάθηση. Μικρές ιστορίες επιτυχίας και διάκρισης.
Τι κοινό έχουν;
Ότι, αν και παράγωγα του εκπαιδευτικού μας συστήματος, κατάφεραν και ξεχώρισαν ξεπερνώντας όλα τα εμπόδια που θέτει το σύστημα. Κοιτώντας όχι το πότε θα διοριστούν, αλλά το πώς θα πρωτοπορήσουν. Νοιαζόμενοι όχι να παγαπαλίσουν τη γνώση του παρεθλόντος, αλλά να δημιουργήσουν τη διάκριση του μέλλοντος.

Υπάρχουν πολλές πτυχές γύρω από την Παιδεία που μπορεί να αναπτύξει κανείς. Να μιλήσει για το πώς η Παιδεία χρεοκόπησε πρώτη, σ΄ αυτή τη χώρα. Και όχι μόνο για την αποτυχία της να παραγάγει σωστή επαγγελματική παιδεία, αλλά κυρίως γιατί διδάσκει το λάθος ηθικό πρότυπο. Γιατί ο μικρός μαθητής, διαμορφώνεται από πολύ νωρίς από την οικογένειά του και από τον δάσκαλό του. Δεν είναι τυχαίο το ΄μ’ όποιον δάσκαλο καθήσεις’. Αυτό το ηθικό πρότυπο περιστρέφεται γύρω από τη δοξασία της ελάχιστης, της ήσσονος προσπάθειας, της μετριοκρατίας, και της ανευθυνότητας.

Αλλά, μιας και προέρχομαι από τις θετικές επιστήμες, από την πλευρά της παιδείας που ακούει στο όνομα ‘επαγγελματική εξέλιξη’, θα πάμε λίγο παραδίπλα. Θέλω να μιλήσουμε για αυτά που θεωρώ ως αναχρονιστικά διαρθρωτικά εμπόδια και μεγάλες πληγές που κατά τη γνώμη μου καθηλώνουν τους νέους μας σε ένα τέλμα χωρίς επαγγελματικό διέξοδο και χωρίς ανίκρυσμα για το μέλλον τους.
Θέλω να μιλήσω για
την υπερπαραγωγή πτυχίων
την παραγωγή παρωχημένης γνώσης χωρίς αντίκρυσμα
και την έλλειψη αξιολόγησης και τη συνεπαγόμενη αναξιοκρατία
Ας πάρουμε το νήμα από την αρχή – τουλάχιστο όσο μπορώ να το πάω με βάση τις δικές μου εμπειρίες και βιώματα.
Στην Ελλάδα του 50, και του 60, ήταν σχεδόν βέβαιο ότι ίσως η μόνη διέξοδος από την οικονομική και ‘ταξική’ καθήλωση ήταν η Παιδεία. Ήξερες ότι αν γινόσουν ένας καλός Δικηγόρος, Γιατρός, Μηχανικός, είχες σοβαρή πιθανότητα για ένα πολύ καλύτερο μέλλον. Περίπου το ίδιο και αν γινόσουν Μαθηματικός, Φιλόλογος, ή Δάσκαλος. Η Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Παιδεία σε περίμενε.
Αν και πάντα υπήρχαν οικονομικές στρεβλώσεις, λίγο ή πολύ, αυτό το μοντέλο λειτούργησε, σε μεγάλο βαθμό, ως ένας κοινωνικός ανελκυστήρας. Δεν είναι λίγα τα παιδιά από μια φτωχή, αγροτική, επαρχιακή οικογένεια που εξελίχθηκαν, μέσω της Παιδείας, σε αυτό που λέμε ‘μεσαία παραγωγική τάξη’.
Πόσο κράτησε, περίπου, αυτό;
Λίγο ή πολύ μέχρι τη δική μου γενιά. Μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν δεν υπήρχε η λέξη ‘αδιόριστος’ Φυσικός.
Δυστυχώς κάπου τότε άρχισε το ξήλωμα. Το κατέβασμα του πήχυ, ώστε να περνάνε όλοι και εύκολα. Όταν η υπόσχεση, το 1981, ότι θα καταργηθούν οι ‘Πανελλήνιες’, βρήκε ευήκοα ώτα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν πείστηκα. Ήμουν τότε Β’ Λυκείου, όταν αναρωτήθηκα, για το πώς θα γίνει η επιλογή. Μήπως ο Παπανδρέου μας κορόιδευε;
Οι επιφυλάξεις μου επαληθεύτηκαν. Ο ‘Μανωλιός’ των Πανελληνίων έγινε Πανελλαδικές με δέσμες. Αλλά το πρόβλημα μετατέθηκε αλλού. Στον πληθωρισμό των ‘θέσεων’ και ‘τμημάτων’. Όταν, σχεδόν ταυτόχρονα, άνοιξε και η Πάτρα, και η Κρήτη, και τα Γιάννενα, και όταν οι θέσεις στο Φυσικό της Αθήνας έγιναν 250, αλλά βρεθήκαμε πάνω από 350 με τις μεταγραφές από παντού, μόνο από τον Γαλαξία της Ανδρομέδας δεν είχαμε μεταγραφή...
Και τότε, αποφοιτώντας, διαπίστωσα ότι αν γραφόμουν στην επετηρίδα, θα διοριζόμουν μετά από 20 και βάλε χρόνια. Γιατί αυτό; Γιατί η ‘παραγωγή’ αυξήθηκε κατακόρυφα, η ‘ζήτηση’ έφτασε σε κορεσμό. Το σύστημα, αντί να εκπαιδεύει, άρχισε να παράγει χιλιάδες φιλόλογους, φιλόσοφους, κοινωνιολόγους, ανθρωπολόγους, πολιτικούς επιστήμονες, ιστορικούς, διεθνολόγους, μουσικούς, βιβλιοθηκονόμους, θεολόγους... Τι θα κάνουν οι 960 θεολόγοι που θα εισαχθούν φέτος; Και τι θα κάνουν, οι εκατοντάδες και βάλε βιλιοθηκονόμοι; Πόσες βιβλιοθήκες άραγε, ανοίγουν κάθε χρόνο, και πόσους χρειάζονται να προσλάβουν;

Μιλάμε για μια μαζική παραγωγή πτυχίων χωρίς αντίκρυσμα. Πτυχία για υπερκορεσμένα, καταργημένα ή με μηδενική απορρόφηση από την αγορά εργασίας επαγγέλματα. Με αυτά οδηγούνται δεκάδες χιλιάδες νέοι στη σίγουρη ανεργία, στις καφετέριες και τα ντελίβερι, και στο μαρτύριο της αναμονής στην επετηρίδα για διορισμό στα 50 τους.

Το ‘σύστημα’, λοιπόν, έφτασε σε αδιέξοδο. Ναι, από τότε. Από τις αρχές του ’90 ήταν σχεδόν αδύνατο το ‘όνειρο’. Από τους σχεδόν 1200 απόφοιτους Φυσικούς κάθε χρόνο, θα διορίζονταν, αν, και πότε, οι 100 και ίσως λιγότεροι. Και επιπλέον, άρχισαν και οι ‘παράπλευρες’ σχολές. Έχουμε και απόφοιτους της Ιστορίας της Φυσικής Επιστήμης – κάπου 100 τον χρόνο.
Θα με ρωτήσετε, μια και είμαι Φυσικός : Είναι η μόνη διέξοδος ενός Φυσικού Επιστήμονα ο διορισμός ως εκπαιδευτικός;
Η απάντηση θα έπρεπε να είναι ‘φυσικά και όχι’.
Σε μια χώρα που η οικονομία της είναι ελεύθερη να εξελιχθεί, να πρωτοπορήσει, να καινοτομήσει, ίσως ένα τέτοιο πτυχίο να είναι το κλειδί για πάρα πολλές και διαφορετικές επαγγελματικές διαδρομές.
Σε μια χώρα όμως με οικονομία σοβιετικού τύπου, σε μια χώρα, τελευταίο μετερίζι του υπέρτατου κρατισμού, δυστυχώς, αυτή είναι η πραγματικότητα.
Θα δούμε άτομα, ακόμα και αυτά που λέμε ‘δεκάρια’ να ικετεύουν έναν διορισμό σε μια τράπεζα, σε κάποια απόσπαση, σε κάποιο Λύκειο, ακόμα και μετά τα 40 ή και κοντά στα 50 τους.
Ναι, θεωρώ τη διαστρεβλωμένη οικονομική μας πορεία ως σημαντικό επιβαρυντικό παράγοντα για τη διαστρέβλωση της εκπαιδευτικής μας παραγωγής. Σε μια αμοιβαία σχέση παθογένειας, η μία συμπαρασύρει την άλλη.

Μήπως θα έπρεπε να αλλάξουμε αυτό το όνειρο, λοιπόν; Μήπως θα έπρεπε να το πάρουμε απόφαση ότι το όνειρο της ‘Παιδείας για μια θέση στο Δημόσιο’ πρέπει να αλλάξει;

Όχι μόνο δεν το αλλάξαμε, αλλά το μετατρέψαμε σε εμμονή. Αντί να δούμε ποιές είναι οι πραγματικές ανάγκες, κοιτάξαμε το κομματικό πελατολόγιο. Να θυμίσω ότι στα χρόνια τα ‘δικά’ μου, οι διαγωνιζόμενοι στις Πανελλήνιες ήταν περίπου 100,000 όσοι και σήμερα, και οι εισακτέοι στα ΑΕΙ περίπου 25,000, και κάπου 15000 στα τότε ΤΕΙ. Θέλετε να σας θυμίσω πόσοι είναι σήμερα οι εισακτέοι, συνολικά; Πάνω από 80000. Ακόμα και να μπούν σχεδόν όλοι, ένα 40% από αυτούς ποτέ δεν τελειώνει! Αυτή τη στιγμή έχουμε περίπου 150.000 «αιώνιους φοιτητές».
Να το πούμε δυνατά, λοιπόν. Το σύστημα αυτό έχει αποτύχει. Παράγει πτυχιούχους ανέργους και, τώρα τελευταία, πτυχιούχους μετανάστες.
Μαζί με αυτό, συντηρούμε ένα ακαδημαϊκό προλεταριάτο χιλιάδων διδασκόντων που φέρουν φιλάρεσκα τον τίτλο του "Καθηγητή Πανεπιστημίου", οι περισσότεροι από τους οποίους συνδέουν την εξέλιξή τους στους κομματικούς μηχανισμούς που τους προώθησαν. Η επικαιρότητα με την κ. Μπαζιάνα, είναι απλώς μία από τις πολλές χιλίαδες παρόμοιων περιπτώσεων. Βλέπετε, είναι κι αυτό ένα ακόμα παράδειγμα του πόσο το Παλιό όχι μόνο δεν τελείωσε, αλλά αναβαθμίστηκε σε αναιδές και ξεδιάντροπο δόγμα.

Τι κερδίζει το πολιτικό κατεστημένο;
Τη συναλλαγή με γονείς και νέους της φρούδας ελπίδας κοινωνικής ανέλιξης και επαγγελματικής αποκατάστασης με ένα "χαρτί στο χέρι".
Τον εκάστοτε πολιτικό / τοπικό βουλευτή να καμαρώνει που: "σας έφτιαξα και πανεπιστημιακή σχολή" (δίπλα στο στρατόπεδο, να μην ξεχνιώμαστε). Κι έτσι ο εντόπιος θα νοικιάζει την γκαρσονιέρα και το δυάρι και θα έχει κίνηση το τοπικό σουβλατζίδικο και η καφετέρια στην ‘παραλία’.
Άλλο ένα νοσηρό παράγωγο της Εκπαιδευτικής μας Βιομηχανίας.

Μήπως βάλαμε μυαλό;
Για να δούμε, τι βλέπουμε να γίνεται σήμερα;
Να ...ιδρύονται νέα πανεπιστήμια.
Το μόνο που έλειπε από τη Δυτική Αττική ήταν ένα νέο Πανεπιστήμιο.
Τι θα πρέπει να κάνουμε;
Αν θέλουμε να μιλάμε για μια πρώτη κίνηση, έναν κάποιο σχεδιασμό, με τη ματιά στο μέλλον, θα πρέπει να κλείσουμε δεκάδες σχολές που το μόνο που παράγουν είναι υποψήφιους για στο κομματικό πελατολόγιο. Να ενισχύσουμε τις σπουδές που δίνουν επαγγελματικές δεξιότητες. Να συνδέσουμε άμεσα τις σπουδές, κυρίως των θετικών εφαρμοσμένων επιστημών με την αγορά και τις ανάγκες του αύριο.
Μια δεύτερη κίνηση είναι να αναδειχθεί η δημιουργική επιχειρηματικότητα μέσα από την Παιδεία. Πού και ποιός διδάσκει σήμερα επιχειρηματικότητα; Πουθενά και κανείς. Η λέξη είναι πρακτικά ανύπαρκτη, και το μοντέλο που περνιέται στα παιδιά είναι βασικά αυτό του «υπαλλήλου» - πελάτη. Η επιχειρηματικότητα ως έννοια αποτελεί σχεδόν ‘ανάθεμα’ στον κυρίαρχο ιδεολογικό χώρο του λαϊκισμού κάθε χρώματος. Σε μια χώρα που έχει συνηθίσει να περιστρέφεται γύρω από το δημόσιο, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να κοπεί αυτός ο ιδεολογικός ομφάλιος λώρος. Το όνειρο δεν είναι να γίνεις πελάτης, είναι να γίνεις δημιουργός. Η επιχειρηματικότητα πρέπει να ξεκινήσει μέσα από τα σχολικά βιβλία και να μπει στα γνωστικά αντικείμενα ως δραστηριότητα, ερευνητική εργασία και μάθημα (στις μεγαλύτερες τάξεις).

Μιλήσαμε για το ποσοτικό – πάμε και λίγο στο ποιοτικό.
Να υποθέσω ότι η μεγάλη πλειοψηφία σπό όσους με παρακολουθείτε φοιτήσατε κάποτε σε Ελληνικό Πανεπιστήμιο.
Άρα μπορώ να σας ρωτήσω -
Πόσοι από εσάς, αισθάνεσθαι ότι ‘αυτό μας αξίζει, μπράβο μας’; Από την ποιότητα των προγραμμάτων σπουδών, από το ενδιαφέρον των Καθηγητών, από τη συμπεριφορά των φοιτητών; Από την ποιότητα των ‘βιβλίων’;
Βλέπετε, δεν είναι μόνο το ότι ο σκοπός αυτής της ταλαιπωρημένης Παιδείας ήταν και είναι αυτή η ρημάδα η θέση στο Δημόσιο, είναι και το ότι το ίδιο το μέσο, η ίδια η Παιδεία, φέρει όλα τα χαρακτηριστικά των διαχρονικών παθογενειών του Δημόσιου ΄άβατου’.
Πώς νοιώθετε όταν αυτή η ‘ρημάδα’ η αριστεία θεωρείται μίασμα;
Πώς αισθάνεσθαι όταν βλέπετε έναν καθηγητή να αδιαφορεί για το τί και πώς μαθαίνουν οι φοιτητές του; Όταν οι ίδιοι οι φοιτητές αδιαφορούν; Όταν όπως και οι μαθητές πλέον θεωρούν αυτονόητη την προαγωγή στην επόμενη τάξη, αρκεί να φτάσει ο Ιούνιος, έτσι και οι φοιτητές θα πάρουν το ‘Πτυχίο’, σίγουρα (το πότε δεν είναι το μόνο που δεν γνωρίζουμε).
Πώς νοιώθετε όταν γνωρίζετε ότι ‘βρέξει – χιονίσει’, σχεδόν σαν ένσημα ανά τριετία ο Καθηγητής θα πάρει την προαγωγή/αύξηση, χωρίς καμία απολύτως αξιολόγηση!

Γιατί, λοιπόν, κάποιοι Έλληνες σαν τον Λάσκαρη της Tesla είναι η εξαίρεση; Πώς μπορούμε να το αλλάξουμε αυτό; Πώς θα φέρουμε πίσω το ‘μεράκι’;

Για μένα η λύση έχει μια μεγάλη προϋπόθεση, μια λέξη που φοβίζει πολλούς: Αξιολόγηση. Παντού. Ατομική, συλλογική, ιδρυματική.
Να ξεκινήσουμε από τη βάση, χτίζοντας προς τα πάνω. Από το Νηπιαγωγείο μέχρι τον Πρύτανη.
Ναι, αυτή η ‘αποτρόπαια’ λέξη. Που την πολεμούν όσοι την φοβούνται, γιατί γνωρίζουν τη δική τους ενοχική ανεπάρκεια.
Για μένα, το γεγονός ότι η ίδια η ιδέα της Αξιολόγησης πολεμάται τόσο πολύ, με κάνει να πιστεύω ότι ακριβώς αυτό είναι που πρέπει να γίνει.
Ποιοί φοβούνται αυτήν την ιδέα;
Θυμάμαι, ήταν 1992. Υπουργός Παιδείας ο Γιώργος Σουφλιάς. Ο πρόεδρος της ΔΟΕ (Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας) καίει, επειδικτικά, μπροστά στο Υπουργείο τη φόρμα αξιολόγησης.
Ακόμα και σήμερα, ένα απλό google να κάνετε, τι λέτε ότι θα βρείτε πάνω-πάνω;

Ορίστε μερικά:
Κανένας εκπαιδευτικός αξιολογούμενος ή αξιολογητής.
Απόφαση για απεργία – αποχή από τις διαδικασίες αξιολόγησης.

Σημαία, λοιπόν, του κρατικοδίαιτου συνδικαλισμού είναι ο πόλεμος στην αξιολόγηση.
Όμως αυτός που κάνει με μεράκι και φιλότιμο τη δουλειά του, την αξιολόγηση την έχει για εργαλείο, πυξίδα, να του λέει τι χρειάζεται να διορθώσει. Για να γίνει καλύτερος.
Η αξιολόγηση ΔΕΝ είναι να φοβάσαι μη σε ‘μαυρίσουν’ οι φοιτητές που δεν πήγαν καλά. Η αξιολόγηση είναι να διαπιστώσεις το που απέδωσες καλά, ώστε να το κρατήσεις, και που δεν επαρκεί η προσπάθειά σου, για να το αλλάξεις. Θα σου δείξει που υπάρχει ανάγκη για δράση.
Η αξιολόγηση είναι να διαβάσεις, ανώνυμα πάντοτε, τα σχόλια των φοιτητών σου για το τι θεωρούν ότι έκανες σωστά και που υστερείς. Σε κάποιες περιπτώσεις, ίσως και να μην το είχες καν υποψιαστεί.
Η αξιολόγηση είναι κάτι σαν τον πόνο στο σώμα. Φανταστείτε αν (χτυπάμε ξύλο εδώ) σπάσουμε το χέρι μας και ΔΕΝ πονάμε. Ότι βρήκαμε τον μαγικό τρόπο να εξαφανίσουμε (δια της ψήφου μας) τον πόνο. Είμαστε καλά; Για πόσο;
Φαντάζομαι ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι χωρίς την ‘ενημέρωση’ ότι ‘κάτι δεν πάει καλά’, αυτό το χέρι, ούτε χέρι θα είναι, ούτε θα φτιάξει ποτέ. Μάλλον από το κακό στο χειρότερο θα πηγαίνει.
Κάπως έτσι είναι μια Παιδεία χωρίς αξιολόγηση.
Μέσα από την αξιολόγηση θα έρθει η ποιοτική βελτίωση, ατομικά και συλλογικά, και αλυσιδωτά θα φέρει την αναβάθμιση της μάθησης και της εκπαίδευσης γενικότερα. Θα δώσει κίνητρο για την ανέλιξη των πιο αποτελεσματικών εκπαιδευτικών.
Και μια παράπλευρη ωφέλεια: ναι, η αριστεία είναι καμάρι, δεν είναι λεκές. Το να επιδιώκεις το καλύτερο για τη δική σου και τη συλλογική αξιοσύνη, είναι κάτι που πρέπει να καμαρώνεις.
Μια και κουβαλάω στην πλάτη μου κάποια χρόνια και από το Ελληνικό, αλλά και από το Εκπαιδευτικό σύστημα στην από εδώ πλευρά του Ατλαντικού, επιτρέψτε μου να μοιραστώ μαζί σας και να σας περιγράψω το πώς έχω ζήσει εδώ την αξιολόγηση.
Πρώτα πρώτα εφαρμόζω ο ίδιος την αυτοαξιολόγηση. Κάποιοι με ρωτούν, τι είναι αυτό που θέτω ως στόχο να ξεπεράσω;
Η απάντηση που βρήκα ότι με εκφράζει είναι ‘ο χθεσινός μου εαυτός’. Για εμένα, η αυτοαξιολόγηση είναι ο πιο αυστηρός κριτής.
Αξιολόγηση γίνεται σε κάθε βαθμίδα και σε κάθε επίπεδο. Ολόκληρο το Τμήμα μας πέρασε αξιολόγηση πριν από λίγες εβδομάδες από εξωτερικό σώμα Εκπαιδευτικών, Εκπαιδευτών, αλλά και Ασκούμενων Οπτομετρών (Association of Schools and Colleges of Optometry), που έλεγξαν και αξιολόγησαν το Τμήμα μας σε τομείς όπως πληρότητα υποδομών, επάρκεια προσωπικού, δομές έρευνας, αντικειμενικότητα και πληόοτητα εξετάσεων. Μιλάμε για ένα Ιδιωτικό Πανεπιστήμιο, σωστά; Λοιπόν, ούτε σκέψη να ρίξουμε έστω και λίγο την ποιότητα της παρεχόμενης Παιδείας. Γιατί, πολύ απλά, αν συμβεί αυτό, και, σίγουρα μαθευτεί, τότε κανείς φοιτητής με λίγα δράμια μυαλό δεν θα έρθει να εγγραφεί σε εμάς γνωρίζοντας ότι το πτυχίο του θα είναι εξ αρχής υποβαθμισμένο. Άρα, λοιπόν, σταδιακά, αυτό το τμήμα, δηλαδή εμείς, θα κλείσει κι εμείς οι ίδιοι θα ψάχνουμε για δουλειά αλλού.
Ένα τμήμα που παράγει ‘ανύπρακτα’ σκουπίδια θα χάσει, αργά ή γρήγορα την Πιστοποίησή του (Accreditation).
Ανοίγω μια παρένθεση: εδώ δεν λέμε ‘είμαι Φυσικός’. Αυτό δεν φτάνει. Γιατί υπάρχει και το πολύ βατό, υπάρχει και η κορυφή, στην ίδια χώρα, στο ίδιο σύστημα. Αυτό που λέμε είναι ‘είμαι φυσικός από το πανεπιστήμιο Tufts’. Και όσοι γνωρίζουν την τελευταία λέξη, καταλαβαίνουν αμέσως. Ένα πανεπιστήμιο που δέχεται το 2% όσων υποβάλλουν αίτηση σε αυτό.
Όλα τα μέλη ΔΕΠ κρινόμαστε κάθε εξάμηνο από τους φοιτητές με ανώνυμα ερωτηματολόγια. Οι φοιτητές καλούνται να μας αξιολογήσουν για το αν εμφανιστήκαμε σωστά προετοιμασμένοι για το μάθημα – αν το υλικό που τους προσφέραμε είχε κενά – αν ήμασταν κατανοητοί και προσβάσιμοι – αν χρησιμοποιούσαμε επαρκώς νέες τεχνολογίες κλπ κλπ. Κάθε χρόνο υποβάλλουμε δελτίο προόδου όπου αναφέρονται οι τομείς και οι δραστηριότητές μας, και αναφέρουμε τα σημεία που υπερβήκαμε ή η απόδοσή μας ήταν κάτω του αναμενόμενου, με σαφή δικαιολόγηση για αυτό.
Οι αξιολογήσεις αυτές είναι ουσιαστικό στοιχείο στην ακαδημαϊκή και επαγγελματική εξέλιξή μας. Και ακόμα και σε Tenure, δηλαδή αυτό που λέγεται ‘μονιμότητα’, που είναι ίσως η μόνη επαγγελματική μονιμότητα στην Αμερική, ακόμα και αυτή είναι υπό την αίρεση κάποιων δεικλείδων επαγγελματικής συμπεριφοράς και απόδοσης. Είναι ‘αναμενόμενο’ ότι ο τυχερός αυτός θα συνεχίσει να αποδίδει το ίδιο εξαιρετικά όπως και πριν. Και έτσι συμβαίνει. Γιατί αυτή η συμπεριφορά εφόσον ήταν, θα συνεχίσει να είναι το ‘οξυγόνο’ σου.
Κι αν νομίζετε ότι αυτό συμβαίνει στην Τριτοβάθμια Παιδεία, να σας πώ και για το σχολείο που πήγε το παιδί μας, Τρίτη Δημοτικού. Ένα δημόσιο σχολείο, το οποίο φυσικά αξιολογείται από το πώς αποδίδει: για παράδειγμα, το πόσοι από τους μαθητές του διαπρέπουν σε εξετάσεις που διενεργούνται σε όλη την Πολιτεία. Τα κονδύλια του σχολείου είναι συνδεδεμένα με την απόδοσή του. Οι διδάσκοντες έδωσαν δελτία αξιολόγησης για να συμπληρωθούν και από τους μαθητές και από τους γονείς. Ένα δημόσιο σχολείο στο οποίο όλοι, μα όλοι οι διδάσκοντες έχουν μεταπτυχιακό στη διδακτική.

Είναι, άραγε, η αξιολόγηση άγνωστη λέξη στην Ελλάδα;
Ελάτε στη θέση του Λάσκαρη και των παιδιών της ομάδας του Προμηθέα. Όσοι από εσάς δεν έχετε επισκευθεί την ιστοσελίδα τους, κάντε το.
Τι θα δείτε;
Σίγουρα όχι άτομα που θα δείτε σε κομματικές παρελάσεις. Σίγουρα όχι άτομα που θυμίζουν το θίασο όλων των δήθεν ‘αγωνιστών’ του συνδικαλιστικού κινήματος.
Θα δείτε άτομα που αγνόησαν τις σειρήνες της ‘μετριοκρατίας’. Μια ομάδα που διακρίθηκε σε διαγωνισμούς. Σε όλη την Ευρώπη. Δηλαδή; Αξιολογήθηκε.
Θα τους ακούσετε να λένε ότι κάθε χρόνο το ‘αυτοκίνητό’ τους βελτιώνονταν. Με βάση την εμπειρία από τους αγώνες. Δηλαδή; Αξιολογήθηκε.
Ότι χρησιμοποιούν τη λέξη ‘Καινοτομία’ χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κάποιον ‘Θύμιο’.

Πώς μπορεί αυτή η ελπιδοφόρα νοοτροπία, από εξαίρεση, να γίνει κανόνας;
Ίσως μόνο με τη διαπίστωση ότι το σύστημά μας, χρόνια τώρα, έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Ότι αυτή η γενιά αξίζει επιτέλους κάτι καλύτερο. Ότι η Παιδεία δεν είναι -αρκετά πια- το φυτώριο των αυριανών ανέργων.
Χρειάζεται τόλμη, να πούμε στους νέους ότι δεν θα σας βάλουμε στη φάμπρικα της αυριανής ανεργίας με πτυχία χωρίς αντίκρυσμα.
Χρειάζεται τόλμη να μειωθούν, όσο πρέπει, όλοι οι μηχανισμοί διαιώνισης των πτυχίων με προσανατολισμό το χτες.
Χρειάζεται τόλμη, να απαιτήσουμε, όλοι μας, την αξιολόγηση σε όλες τις βαθμίδες.

Γιώργος Ασημέλλης (Καθηγητής Οπτικής, Kentucky College of Optometry)

mellon-kai-parelthon

Στη φωτογραφία, δύο γενιές πολιτικών μηχανικών και ήδη... πολιτικών: ο Νίκος Πλιάτσιος (αριστερά) και ο Γιώργος Παράσχος (δεξιά), στην πρόσφατη εκδήλωση της Δημιουργίας, στις Σέρρες.

Όταν προ διετίας γίνονταν οι διαδικασίες για την εκλογή του νέου προέδρου της ΝΔ,στην Θεσσαλονίκη είχα παρακολουθήσει τις προεκλογικές ομιλίες των 4 υποψηφίων για ν' ακούσω το τι λέει ο καθένας και να δω την ανθρωπογεωγραφία των οπαδών τους για να έχω μία συνολική εικόνα περί αυτού, εάν και είχα αποφασίσει να ψηφίσω τον Άδωνι γιατί τον θεωρούσα πιο ρηξικέλευθο.

-Ο Τζιτζικώστας είχε γεμίσει το Παλαί ντε Σπορ,οι οπαδοί είχαν γηπεδική συμπεριφορά με μία κερκίδα να είναι γεμάτη νεαρούς με λάβαρα του Βυζαντίου και Ελληνικές σημαίες. Ήταν προφανές ότι είχε εκμεταλλευτεί το ότι ήταν περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας και έτσι το γήπεδο είχε πολύ μεταφερόμενο κόσμο από τα γύρω χωριά. Ήταν παρών και ο Ιβάν Σαββίδης. Ο λόγος του ήταν κενός περιεχομένου και παρέπεμπε σε παλαιοκομματισμό καίτοι ο ίδιος είναι νέος. Όλη η ατμόσφαιρα είχε κάτι το κιτς.

-Ο Μειμαράκης γέμισε μία αίθουσα του ξενοδοχείου Μακεδονία Παλλάς και τα επώνυμα πρόσωπα που είδα εκεί ήταν όλα από το φαύλο παρελθόν της ΝΔ στην πόλη μου, πολλοί Καραμανλικοί και στο ακροατήριο οι περισσότεροι ήταν ηλικιωμένοι, ο δε λόγος του Βαγγέλη δεν είχε καμία πνοή που να εκφράζει την δυναμική του αιώνα μας.

-Ο Κυριάκος γέμισε την αίθουσα του κινηματογράφου Αριστοτέλειο, οι συμπαραστάτες του ήταν ανάμεικτοι ήτοι μερικοί σύγχρονοι και μερικοί από το παρελθόν της ΝΔ, π.χ. ο Κούβελας που δεν διεκδικεί και δάφνες από την εποχή που ήταν υπουργός. Ο κόσμος αποτελείτο από αστούς και ο λόγος του Κυριάκου ήταν συγκροτημένος προσανατολισμένος προς την ευρωπαϊκή φιλελεύθερη κουλτούρα.

-Ο Άδωνις γέμισε μία μεγάλη αίθουσα του Βελλίδειου κυρίως με νέους, μίλησε με πάθος και έτσι όλη ατμόσφαιρα είχε νεανικό παλμό αλλά μέσα σε κόσμια περιθώρια και αυτή η σύνθεση είναι μία από τις συνθήκες που χρειάζεται η χώρα για να βγει από το μουχλιασμένο παρελθόν στο οποίο ζει.

Έτσι στις εκλογές αφού την πρώτη Κυριακή ψήφισα τον Άδωνι, την επόμενη ψήφισα τον Κυριάκο πιστεύοντας ότι βοήθησα την ΝΔ να βρει έναν αρχηγό που θα την βγάλει από τον συντηρητισμό, συνθήκη απαραίτητη για να συντονιστεί η χώρα με τον 21ο αιώνα.

Δύο χρόνια μετά, από πλευράς ΝΔ βλέπω μία στασιμότητα, μία έλλειψη καθαρού μεταρρυθμιστικού λόγου και τελευταία την διολίσθησή της προς την συντηρητική δεξιά, κάτι που σημαίνει ότι ο Κυριάκος δεν έχει τα κότσια να σπρώξει το κόμμα προς το μέλλον και ότι είναι δέσμιος της κρατικοδίαιτης παλαιοκομματίλας που στο παρελθόν κυβέρνησε σαν μπλε ΠΑΣΟΚ.

Τελευταία παρατηρώ ότι και τα δυναμικά στελέχη τύπου Άδωνι εξαντλούν τους λόγους τους με την ατελείωτη καταγγελία του ΣΥΡΙΖΑ, όπως συνέβη προχθές στις Σέρρες, και δεν ακούει κανένας το ποιες είναι οι προτάσεις της ΝΔ για μία φιλελεύθερη προοπτική με βάση την οποία εξελέγη ο Κυριάκος και αυτό μου προκαλεί μία απογοήτευση γιατί η εναλλακτική κυβερνητική λύση παραμένει βαθιά κρατικίστικη και το μόνο που κάνει είναι να περιμένει να εξαντλήσει ο ΣΥΡΙΖΑ την τετραετία.

Προχθές στις Σέρρες στον λόγο του προέδρου του κόμματος της Δημιουργίας, ξανά! Θάνου Τζήμερου ο κόσμος έμαθε με παράθεση πολλών οικονομικών στοιχείων:

-Το πώς δημιουργήθηκε το χρέος και ποιες είναι οι συνθήκες κατ' αρχάς για να εξυπηρετείται και μετά να μειώνεται χωρίς να επηρεάζει την οικονομία.
-Το πώς μπορούμε να κάνουμε την χώρα κυβερνήσιμη με την αλλαγή της δομής του δημοσίου που θ' απαλλάξει τους πολίτες από την γραφειοκρατία, το πώς θα εξοικονομηθούν πολλά δις ευρώ και θ' απελευθερωθούν δυνάμεις της παραγωγικής οικονομίας, κάτι που θα εκτοξεύσει το ΑΕΠ, θα παραχθεί πλούτος που θα μειώσει την ανεργία και θ' αυξήσει τους μισθούς γιατί μόνον έτσι θα ευημερήσει ο πολίτης και θα υπάρξουν κοινωνικές δομές για τους πραγματικά αδύναμους.
-Το ποια ακριβώς είναι η πρόταση για να μειωθεί δραστικά η φορολογία συνθήκη απαραίτητη για να υπάρξει ανάπτυξη.
-Το ότι η Δημιουργία, ξανά! έχει αναλογιστική μελέτη για το συνταξιοδοτικό ώστε να πάψει να είναι άδικο και να εξασφαλίζει συντάξεις για νέες γενεές. Ο Θάνος παρουσίασε στοιχεία για τις απίστευτες στρεβλώσεις του ισχύοντος συστήματος που δημιουργήθηκαν συνειδητά από το σύστημα εξουσίας για να εξυπηρετούνται οι ημέτεροι.
-Το πώς χώρες του πρώην κομμουνιστικού μπλοκ, που ακολούθησαν φιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές, μέσα σε λίγα χρόνια κατάφεραν να ευημερούν και να είναι ψηλά στον πίνακα διεθνούς ανταγωνιστικότητας.

Επί δύο σχεδόν ώρες ο Θάνος επιμόρφωνε τον κόσμο, βασιζόμενος σε στοιχεία και αποφεύγοντας να λαϊκίζει,που ήρθε να τον ακούσει και μετά απάντησε στις ερωτήσεις τους ακόμα και για θέματα που δεν κάλυψε η ομιλία του.

Πιστεύω να απάντησα στις ερωτήσεις πολύ κόσμου που με ρωτάει γιατί η Δημιουργία, ξανά! δεν συνεργάζεται με την ΝΔ.
Γιατί απλά η Δημιουργία,ξανά! είναι το μέλλον της χώρας και η ΝΔ δεν λέει να ξεκολλήσει από το παρελθόν. Εάν η ΝΔ αποφασίσει να γίνει φιλελεύθερη εδώ θα είμαστε για μία συνεργασία με βάση τις σοβαρές μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η χώρα για να μπει δυναμικά στον 21ο αιώνα.

Του Γιώργου Παράσχου (George Paraschos)

katharo-panepistimio

Η φωτογραφία δεν είναι από χώρο που βρίσκεται στην Σουηδία η στην Δανία η σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή πόλη .
Δεν είναι ούτε από ΗΠΑ η Καναδά.
Είναι η εστία της σχολής των αρχιτεκτόνων μηχανικών της Αθήνας και μάλιστα την έχει σχεδιάσει απόφοιτος του τμήματος .
Αν αναρωτιέστε πως είναι τόσο καθαρό και ευπρεπές θα σας πω ότι το βράδυ κλείνει και δεν επιτρέπεται η είσοδος σε κανέναν επειδη ως κτίριο έχει μουσειακό χαρακτήρα.
Κανένας φοιτητής της αρχιτεκτονικής δεν διαμαρτύρεται ότι στερείται των "δημοκρατικών του δικαιωμάτων".
Άρα όταν θελουμε ,μπορούμε να λειτουργούμε και σε αισθητικά αναβαθμισμένους χώρους.

Πρόλογος

Με καθυστέρηση πολλών μηνών και αφού αποφασίστηκε τελικά να αντιμετωπιστούν «δυναμικά» οι «συλλογικότητες», που  εμπόδιζαν τη διενέργειά τους, ξεκίνησαν οι πλειστηριασμοί ακινήτων πάσης φύσεως από τις τράπεζες.

Οι πλειστηριασμοί ακινήτων και μάλιστα της πρώτης κατοικίας θεωρούνται «αναγκαίο κακό» και πράγματι είναι κάτι δυσάρεστο από κάθε άποψη, χωρίς πάντα να είναι αναγκαίο.
Ίσως μπορούν να βρεθούν και άλλες λύσεις τύπου win-win (ή τουλάχιστον που μοιράζουν τη χασούρα) πριν οδηγηθούν οι τράπεζες και οι οφειλέτες εκεί.

Το άρθρο αυτό επιχειρεί μια ανάλυση του προβλήματος και προτείνει κάποιες λύσεις πριν οδηγηθούν τα πράγματα στην «έσχατη των λύσεων» που αποτελεί ο πλειστηριασμός.

 

Το χθες, το σήμερα και το αύριο

Οι παλαιότεροι από μας ίσως θυμούνται την εποχή όπου η λέξη «δάνειο» είχε σαφώς αρνητική χροιά. «Αναγκάστηκε να δανειστεί», έλεγαν, υπονοώντας ότι κάποιος είχε περιέλθει σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση και δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.

Την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν ιστορίες και έργα (θεατρικά, λογοτεχνικά κλπ), όπου κάποιος «κακός» εκμεταλλευόταν την ανάγκη φτωχών ανθρώπων και τους απομυζούσε το βιος και τη ζωή με «τοκογλυφικά επιτόκια», ενώ ο ίδιος καλοπερνούσε χωρίς καν να κοπιάζει. «Τοκιστής και σουλατσαδόρος» ήταν έκφραση που είχε κυκλοφορήσει από τότε.  

Παράλληλα, στο σχολείο δεν παρέλειπαν να μας εκθειάζουν «τα αγαθά της αποταμιεύσεως» και να μας βάζουν να γράφουμε κάθε χρόνο έκθεση μ’ αυτό το θέμα.

Η νοοτροπία αυτή κυριαρχούσε τουλάχιστον έως το 1973, οπότε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης συνέθεσε και τραγούδησε σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη:

«Οικονομία κάνε και σφίξε τα λουριά
τώρα που είσαι νέος να ’χεις στα γηρατειά.
Οικονομία κάνε, τι θες τα περιττά,
τώρα που είσαι νέος σώρευε τον παρά.

Ομολογίες πάρε, παράς φέρνει παρά
να ’χεις σαν θα γεράσεις όλα σου τα καλά.
Τι θες τώρα να ζήσεις, ζωή είναι και περνά,
όμως σαν θα γεράσεις θα ’χεις παρά με ουρά…»

Φασούλι το φασούλι
γεμίζει το σακούλι,
φασούλι το φασούλι
γεμίζει το σακούλι σου.

Η αντίληψη αυτή καλώς ξεπεράστηκε γιατί είναι προφανώς εσφαλμένη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι σωστή η εντελώς αντίθετη αντίληψη.

Όσο λάθος είναι να απασχολείται κανείς μόνο με το (άγνωστο) αύριο και να παραβλέπει το σήμερα, άλλο τόσο λάθος είναι το να ενδιαφέρεται μόνο για το σήμερα, αγνοώντας το αύριο.

Γιατί απλούστατα, η ζωή συνήθως έχει ΚΑΙ σήμερα ΚΑΙ αύριο. Κατά συνέπεια πρέπει κανείς να φροντίζει και για τα δύο, κάνοντας μια ορθολογική κατανομή των προτεραιοτήτων του.

Επιχειρηματικά – στεγαστικά – καταναλωτικά δάνεια

Τα πιο «υγιή» από ορθολογικής απόψεως είναι προφανώς τα επιχειρηματικά.

Κάποιος που έχει μια (καλή και μελετημένη) ιδέα για να στήσει μια επιχείρηση, αλλά δεν διαθέτει εξ ολοκλήρου το απαραίτητο κεφάλαιο, είναι σωστό να απευθυνθεί σε μια τράπεζα για το σκοπό αυτό. Αν δεν το κάνει και αντίθετα περιμένει να συγκεντρώσει – με οικονομίες – το αντίστοιχο κεφάλαιο, θα υπάρξει καθυστέρηση στην έναρξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας και στην όποια παραγωγή πλούτου και θέσεων εργασίας θα προέκυπταν από τη λειτουργία μιας επικερδούς επιχείρησης.

Η τράπεζα από τη δική της μεριά θα έχει κέρδος από τους τόκους του δανείου, για το οποίο αξίζει να αναλάβει ένα μικρό ρίσκο (μικρότερο πάντως από αυτό που παίρνει ο επιχειρηματίας), το οποίο ελαχιστοποιεί εξασφαλίζοντας τις ελάχιστες εγγυήσεις που η ίδια θεωρεί απαραίτητες. 

Τα στεγαστικά δάνεια εμφανίζονται λιγότερο απαραίτητα για την οικονομία, μιας και το απαραίτητο αγαθό της στέγης εξασφαλίζεται και με ενοικίαση. Ωστόσο, τόσο ο δανειολήπτης όσο και οι τράπεζες έχουν ισχυρούς λόγους να επιδιώκουν τη σύναψη παρόμοιων δανείων, στα οποία οι τράπεζες έχουν εξασφαλισμένη την εγγύηση των χρημάτων τους με υποθήκη ή προσημείωση του ακινήτου που χρηματοδοτούν. Πέραν αυτού όμως και με δεδομένο ότι πολλά στεγαστικά χορηγούνται για ανέγερση νέων κατοικιών, τα οποία θα μπορούσαν επίσης να θεωρηθούν νέος πλούτος με ταυτόχρονη δημιουργία ή διατήρηση θέσεων εργασίας, η όλη διαδικασία είναι και αυτή επωφελής για την οικονομία.

Τέλος, η ύπαρξη περίσσειας κατοικιών (εντός ορίων φυσικά) δημιουργεί συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού και μειώνει τα μισθώματα για ενοικίαση σπιτιών.

Τα καταναλωτικά δάνεια, είτε με μορφή δανείων για αγορά αυτοκινήτου ή άλλου αγαθού, είτε ως έκδοση πιστωτικών καρτών, είτε για καθαρά καταναλωτικούς λόγους (του τύπου π.χ. «διακοποδάνεια») απηχούν μια πολύ συζητήσιμη «λογική». Τη λογική δηλαδή ότι η αύξηση της κατανάλωσης (και μάλιστα κάθε είδους) ευνοεί την αύξηση της παραγωγής και τη δημιουργία πλούτου.    

Υπάρχουν πολλά επιχειρήματα κατά της λογικής αυτής, τα οποία θα εκτεθούν σε ιδιαίτερο κεφάλαιο, αμέσως παρακάτω

Η μάστιγα των καταναλωτικών δανείων

Η λογική για οποιονδήποτε δανεισμό έχει δύο σκέλη:

Α) Ο δανεισμός υπαγορεύεται από ουσιαστικές και πραγματικές ανάγκες.

Β) Μακροπρόθεσμα συμφέρει οικονομικά

… … …

(Α) Η ίδρυση ή η επέκταση μιας επιχείρησης (μετά από επαρκή «μελέτη σκοπιμότητας - βιωσιμότητας» φυσικά) μπορεί να θεωρηθεί ουσιαστική έως «υπαρξιακή» ανάγκη ενός επενδυτή.

Το ίδιο συμβαίνει προφανώς και με την κατοικία.

Δεν συμβαίνει ωστόσο το ίδιο με τις λεγόμενες «καταναλωτικές ανάγκες», που είναι αδύνατο να προσδιοριστούν ή να οριοθετηθούν. Στην πράξη είναι πλασματικές και  «δημιουργούνται» εκ του μη όντος για λόγους που όλοι γνωρίζουμε.

(Β) Είναι αυτονόητο το οικονομικό συμφέρον για την ίδρυση μιας υγιούς επιχείρησης με τη βοήθεια δανεισμού.

 Λιγότερο προφανής, αλλά πάντως λογικός είναι ο δανεισμός για απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας, μιας που αποφεύγεται το ενοίκιο, ενώ με λίγα παραπάνω χρήματα αποκτά κάποιος ένα περιουσιακό στοιχείο. Αρκεί αυτό να καλύπτει τις στεγαστικές και μόνο ανάγκες και το τοκοχρεολύσιο να βρίσκεται μέσα στις οικονομικές δυνατότητες του δανειολήπτη.

Στην περίπτωση του καταναλωτικού δανείου (ή χρήσης πιστωτικής κάρτας), ο δανειολήπτης αποκτά αγαθά ή υπηρεσίες που δεν έχει ανάγκη και μάλιστα ακριβότερα, λόγω των (πολύ υψηλών) τόκων. Κυριολεκτικά «πετάει τα λεφτά του», υποθηκεύοντας συγχρόνως τη δυνατότητα να καλύψει πραγματικές μελλοντικές του ανάγκες. Αντί για περιουσιακό στοιχείο, το μόνο που αποκτά είναι ένα οικονομικό βάρος μακράς διαρκείας.

Οι προφανείς αυτές αλήθειες και η στοιχειώδης λογική, πάνω στην οποία στηρίζονται αποτελούσαν ωστόσο «τυφλό σημείο» κατά την εποχή της «ανάπτυξης», από τις τότε κυβερνήσεις, από οικονομολόγους, αλλά και από τις ίδιες τις τράπεζες.

Οι κυβερνήσεις θεωρούσαν ότι τέτοιου είδους δανειοδοτήσεις αποτελούν παράγοντα ανάπτυξης, για την οποία θα καμάρωναν και την οποία θα επεδείκνυαν ως απόδειξη της οικονομικής τους «επιτυχίας». Επιπλέον θα κρατούσαν ικανοποιημένη μια μεγάλη μάζα ψηφοφόρων.

Αρκετοί οικονομολόγοι θεωρούσαν ότι οποιαδήποτε συναλλαγή (ακόμα και η καθαρή σπατάλη!) είναι επωφελής για την οικονομία γενικώς. Τον παράγοντα της υπερχρέωσης των νοικοκυριών (και του κράτους γενικότερα) πολύ λίγο – και πολύ λίγοι – θεωρούσαν σοβαρή απειλή.

Οι ίδιες οι τράπεζες είχαν αποδυθεί σε έναν αγώνα προσφοράς δανείων μέσω διαφήμισης και τηλεφωνημάτων προς υποψήφιους δανειολήπτες, ακόμα και με τη βοήθεια ιδιωτικών επιχειρήσεων που προωθούσαν τις προσφορές αυτές. Η διασφάλιση της επιστροφής των χρημάτων που δάνειζαν ουδόλως τις απασχολούσε. Ένα «εκκαθαριστικό» της εφορίας ήταν πολλές φορές το μόνο που ζητούσαν.

Ο σχετικός ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών έφθανε στο σημείο να «δελεάζουν» τους οφειλέτες με δάνεια για αποπληρωμή των δανείων άλλων τραπεζών…

Όταν το 2008 τέλειωσαν τα ψέματα και έσκασαν οι πρώτες «φούσκες» στις Η.Π.Α. και διεθνώς, ξεκίνησε μια διαδικασία «συμμαζέματος», αλλά ήταν πλέον αργά τόσο για τις ίδιες, όσο και για τους οφειλέτες.   

Γενικές αρχές για τη ρύθμιση των «κόκκινων» δανείων

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν ευθύνη τόσο οι οφειλέτες όσο και οι ίδιες οι τράπεζες. Τις ευθύνες λοιπόν πρέπει να αναλάβουν και τα δύο μέρη.

Κατά συνέπεια κανένα από τα δύο αυτά μέρη δεν πρόκειται και δεν πρέπει να βγει χωρίς ζημίες από την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί και όλοι θα πρέπει να είναι διατεθειμένοι κάτι να χάσουν.

Το ζητούμενο είναι να χάσουν το ελάχιστο δυνατό και να μην καταστραφεί κανείς.

Όλοι πρέπει να συνεχίσουν να λειτουργούν και να παράγουν προσφέροντας στην οικονομία ό,τι μπορεί ο καθένας.

Οι τράπεζες πρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν και να συνεχίσουν – ή να ανακτήσουν – τον ουσιαστικό τους ρόλο: Να συλλέγουν – και να εξασφαλίζουν – τις αποταμιεύσεις και τα κεφάλαια και να αρχίσουν πάλι να χορηγούν δάνεια, υπό διαφορετικούς όρους φυσικά και κυρίως σε επιχειρήσεις.

Οι επιχειρήσεις που χρεωστούν, πρέπει να συνεχίσουν να λειτουργούν εφόσον μπορούν να επιβιώσουν στο νέο περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί μετά την κρίση με όσες προσαρμογές κριθούν αναγκαίες φυσικά.

Τα σπίτια που αποκτήθηκαν με στεγαστικά δάνεια θα πρέπει να συνεχίζουν να υπάρχουν και να λειτουργούν ως σπίτια. Δεν είναι λογικό να παραμένουν κενά μετά την ενδεχόμενη κατάσχεσή τους από τις τράπεζες και την απομάκρυνση των έως τότε ιδιοκτητών – δανειοληπτών. 

Οι λήπτες καταναλωτικών δανείων πάσης φύσεως πρέπει φυσικά να αποπληρώνουν ό,τι περισσότερο μπορούν από τα οφειλόμενα, χωρίς όμως να εξοντωθούν οικονομικά και ψυχολογικά, καθιστάμενοι και αυτοί ανίκανοι να προσφέρουν στην κοινωνία και την οικονομία της.

Αυτά ισχύουν φυσικά για καλόπιστους δανειολήπτες που για τους γνωστούς πλέον λόγους δεν μπορούν – μολονότι θα το επιθυμούσαν – να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Η μεταχείριση (της μειοψηφίας) των λεγομένων «στρατηγικών κακοπληρωτών» αποτελεί ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα, με το οποίο δεν θα ασχοληθούμε. 

Η «καλή πίστη» (με την ηθική, αλλά και με την… τραπεζική έννοια) είναι λοιπόν προϋπόθεση για μια δίκαιη ρύθμιση των «κόκκινων δανείων», υπό την έννοια ότι – με την προϋπόθεση ότι κάτι θα χάσουν και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη – κανείς δεν θα πρέπει να «ρίξει» τον άλλον εκμεταλλευόμενος μια (ενδεχόμενη, αλλά και αμφισβητούμενη) πλεονεκτική του θέση.

Στα πλαίσια της καλής πίστης λοιπόν, θα πρέπει να αναθεωρηθεί δραστικά και ριζοσπαστικά το επιτόκιο δανεισμού, το οποίο θα πρέπει να αναθεωρηθεί αναδρομικά σε κάτι ανάμεσα στο συμβολικό 0,05%  (που αντιστοιχεί στην απευθείας χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις) και το επιτόκιο του ELA  (με το οποίο δανείζει η ΕΚΤ τις τράπεζες)  που κυμαίνεται γύρω στο 2% [5].

Το επιτόκιο δανεισμού αποτελεί τον κύριο μηχανισμό, με τον οποίο κερδίζουν οι τράπεζες. Εδώ όμως δεν μιλάμε για προσδοκία κέρδους, αλλά για προσπάθεια μείωσης της ζημιάς και για επιβίωση τόσο των δανειοληπτών όσο και του τραπεζικού συστήματος. Το επιτόκιο λοιπόν δεν πρέπει να θεωρείται πλέον «ταμπού» και η αναδρομική του αναθεώρηση μπορεί να αποδειχτεί ένα χρήσιμο εργαλείο για δίκαιες και αμοιβαίως επωφελείς ρυθμίσεις.   

Σε σχέση με τα επαγγελματικά δάνεια, που για λόγους προφανείς πρέπει να ρυθμιστούν κατά προτεραιότητα και χωρίς να κλείνουν οι επιχειρήσεις, υπάρχουν πολλές και αξιόλογες προτάσεις από αρμοδιότερους εμού (π.χ. [3]).

Θα αρκεστώ λοιπόν σε προτάσεις που αφορούν στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια.

Προτάσεις για μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά δάνεια

Ξεκινάμε από την ευνόητη (δυστυχώς όχι αυτονόητη για κάποιους) θέση ότι δεν δικαιούται κανείς να διαμένει δωρεάν σε ένα ακίνητο, για το οποίο δεν καταβάλλει τίμημα, ούτε ως ενοίκιο, ούτε ως τοκοχρεολύσιο.

Η «αρχή», που συμπυκνώνεται στο σύνθημα «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη» περιβάλλεται μεν από επίχρισμα «ηθικής», αλλά στην πραγματικότητα είναι εντελώς ανήθικη και ισοδυναμεί με εξαπάτηση ή κλοπή.

Κάθε πολιτισμένη κοινωνία έχει καταρχήν υποχρέωση να μην αφήνει κανένα μέλος της «στο δρόμο», αλλά από αυτό το σημείο μέχρι κάποιος να έχει σφετεριστεί ένα σπίτι που δεν του ανήκει, υπάρχει τεράστια διαφορά.

Στο κάτω – κάτω ο «τραπεζίτης» έχει «στα χέρια» του το ακίνητο μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, μιας και από νομική άποψη θεωρείται εξαρχής ιδιοκτήτης του. 

Οι περιπτώσεις λήψης στεγαστικού δανείου από (καλόπιστους) δανειολήπτες και ο χρόνος, κατά τον οποίο ξεκινάει η αδυναμία ανταποκρίσεως κάθε δανειολήπτη στις δανειακές του υποχρεώσεις είναι πάρα πολλές και καθεμιά από αυτές θα πρέπει να εξετάζεται και να αξιολογείται χωριστά.

 Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικές:

- Λήψη στεγαστικού δανείου «για να γλυτώσει από το νοίκι» και «για να του μείνει κάτι στο τέλος για να αφήσει στα παιδιά του», με υποχρεώσεις αντίστοιχες με τις δυνατότητες που είχε κατά το χρόνο λήψης του δανείου

- Για τους ίδιους παραπάνω λόγους, αλλά με υποχρεώσεις ανώτερες από τις δυνατότητές του, λόγω κακού υπολογισμού ή υπερβολικής «αισιοδοξίας για το μέλλον»

- Στεγαστικό δάνειο για πρώτη κατοικία, για δεύτερη (αστική) κατοικία, για δευτερεύουσα (εξοχική) κατοικία, ή ακόμη και για επαγγελματική στέγη.

-  Περιπτώσεις που έχει ανταποκριθεί στο δάνειο για ελάχιστο ποσοστό του συνολικού χρόνου αποπληρωμής ή που δεν έχει πληρώσει σχεδόν τίποτα

- Περιπτώσεις που ήταν συνεπής για μεγάλο ποσοστό (π.χ. άνω του μισού) του χρόνου αποπληρωμής.

- Κλπ, κλπ

Σε όλες τις περιπτώσεις, σημαντικούς παράγοντες αποτελούν τόσο η τωρινή οικονομική δυνατότητα του δανειολήπτη όσο και η σημερινή αξία του ακινήτου.  

Οι τράπεζες έχουν ήδη εκπονήσει σχέδια και έχουν επεξεργαστεί διάφορες στρατηγικές για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων [4] έχοντας συνειδητοποιήσει ότι οι πλειστηριασμοί αποτελούν έσχατο μέσο, από το οποίο θα βγουν χαμένες ούτως ή άλλως για τους εξής λόγους:

1) Τα ακίνητα, που θα περιέλθουν στη διάθεσή τους, αποτελούν ένα αμφιβόλου αξίας και χρησιμότητας «ενεργητικό», για το οποίο δεν γνωρίζουν ούτε πότε, ούτε πώς, ούτε με τι τίμημα θα ρευστοποιήσουν.

2) Η σημερινή αξία του ακινήτου αποτελεί ποσοστό (πολλές φορές μικρό) της τότε αξίας και της αρχικής χρηματοδότησης.

3) Από τη στιγμή που ξεκινάει η διαδικασία πλειστηριασμού μέχρι να ολοκληρωθεί παρέρχεται διάστημα πολλών μηνών ή και ετών εις βάρος της τράπεζας.         

Σε όσα μέσα είναι ήδη διαθέσιμα για ρυθμίσεις και αποφυγή πλειστηριασμών έχω να προσθέσω τα εξής επιπλέον, τα οποία δεν είναι τόσο γνωστά ή δεν τα έχουν σκεφτεί ακόμα:

Ανταλλαγή του παρόντος ακινήτου με άλλο μικρότερης αξίας, το οποίο βρίσκεται ήδη στην κατοχή της τράπεζας.

Η ιδέα αυτή έχει το πλεονέκτημα ότι ο μεν οφειλέτης δεν «πετιέται στο δρόμο» ούτε μένει τελικά χωρίς σπίτι, η δε τράπεζα ότι απαλλάσσεται από ένα «κόκκινο δάνειο» αποκτώντας ένα ακίνητο μεγαλύτερης αξίας, το οποίο ενδεχομένως να είναι πιο εμπορεύσιμο.

Για να είναι η συναλλαγή δίκαιη και συμφέρουσα για τον οφειλέτη, θα πρέπει:

-          Το «κεφάλαιο» για την αγορά του μικρότερης αξίας ακινήτου, να υπολογιστεί από τα ποσά που έχει έως τώρα καταβάλει ο οφειλέτης ως «απόσβεση κεφαλαίου» βάσει ενός αναθεωρημένου μικρότερου επιτοκίου (βλ. παραπάνω)  και βάσει της παραδοχής νέου - αναθεωρημένου χρόνου αποπληρωμής του αρχικού δανείου από την ημερομηνία σύναψης της αρχικής σύμβασης μέχρι την τωρινή ημερομηνία.   Ως γνωστόν, κατά τα πρώτα χρόνια του δανείου οι τόκοι είναι περισσότεροι σε σχέση με το κεφάλαιο (με σταθερό το τοκοχρεολύσιο), ενώ τα τελευταία χρόνια το χρεολύσιο αποτελείται κυρίως από το εξοφλούμενο κεφάλαιο.

-          Να υπάρχει για τον οφειλέτη δυνατότητα επιλογής του νέου ακινήτου από τα διαθέσιμα της τράπεζας.

-          Αν το νέο φθηνότερο ακίνητο αποδεικνύεται (με αντικειμενικά κριτήρια) μικρότερης αξίας από το έως τότε καταβληθέν κεφάλαιο συν τη «διαφορά ενοικίου», η τράπεζα είτε θα επιστρέφει χρήματα, είτε θα απαλλάσσει από το αντίστοιχο ποσό άλλο τυχόν δάνειο – π.χ. καταναλωτικό – του οφειλέτη ή άλλου προσώπου που θα υποδεικνύει ο οφειλέτης.

 Για να είναι η συναλλαγή δίκαιη και συμφέρουσα για την τράπεζα, θα πρέπει:

-          Τα έτη, κατά τα οποία ο οφειλέτης διέμενε στο μεγαλύτερης αξίας ακίνητο να τον επιβαρύνουν με ένα ποσό που θα αντιστοιχεί σε «διαφορά ενοικίου» ανάμεσα στο «ακριβό» και το «φτηνό» σπίτι

-          Αν το νέο φθηνότερο ακίνητο αποδεικνύεται (με αντικειμενικά κριτήρια) μεγαλύτερης αξίας από το έως τότε καταβληθέν κεφάλαιο συν τη «διαφορά ενοικίου», η τράπεζα θα χορηγεί νέο δάνειο – με μικρότερο φυσικά χρεολύσιο – με επιτόκιο στεγαστικού δανείου και με αυστηρά αυτή τη φορά τραπεζικά κριτήρια, ώστε η εξυπηρέτησή του να είναι δυνατή βάσει των οικονομικών στοιχείων του οφειλέτη.

-          Είναι προς το συμφέρον των τραπεζών να συνεργάζονται και, αν χρειάζεται, να ανταλλάσσουν ακίνητα ώστε να βρεθεί το κατάλληλο (μικρότερης αξίας) ακίνητο για τον οφειλέτη. 

Προτάσεις για μη εξυπηρετούμενα καταναλωτικά δάνεια

Γι’ αυτή την κατηγορία δανείων, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα εξής:

- Πολλοί δανειολήπτες είχαν καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες από περισσότερες από μία τράπεζες

- Πολλοί από τους δανειολήπτες δεν έχουν στην κατοχή τους άλλα περιουσιακά στοιχεία για να ανταλλάξουν πέραν των μηνιαίων αποδοχών τους, εφόσον φυσικά υπάρχουν…

Βάσει των παραπάνω λοιπόν προτείνονται τα εξής:

- Οι τράπεζες ιδρύουν από κοινού μια «τράπεζα ειδικού σκοπού» (ΤΕΣ), στην οποία μεταφέρουν όλες τις απαιτήσεις τους από καταναλωτικά μη επαρκώς εξυπηρετούμενα δάνεια και στην οποία μετέχουν αναλόγως του συνολικού μεταφερομένου σ’ αυτήν ποσού.

- Έτσι ο δανειολήπτης έχει να κάνει μόνο με την ΤΕΣ, στην οποία πλέον έχουν μεταφερθεί οι συνολικές οφειλές του και η οποία με τη σειρά της φροντίζει να τις ρυθμίσει συνολικά λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, στον οποίο οφείλει να αφήνει ένα περιθώριο να ζει με στοιχειώδη άνεση και αξιοπρέπεια μετά τη μηνιαία καταβολή του νέου (ενιαίου και συνολικού) χρεολυσίου. Το επιτόκιο για το νέο αυτό δάνειο πρέπει να είναι το μικρότερο δυνατό έως και μηδενικό.

- Αν ο δανειολήπτης δεν μπορεί να ανταποκριθεί ούτε στη νέα αυτή συνολική  ρύθμιση, αλλά έχει στην κατοχή του κάποια ακίνητη περιουσία, που δεν του αποφέρει εισόδημα, η ΤΕΣ υποχρεούται να την αγοράσει στην αντικειμενική της αξία, ώστε να καταστεί το χρέος του δανειολήπτη εξυπηρετήσιμο και βιώσιμο.

- Αν, μετά από όλες τις προσπάθειες ρύθμισης, προκύπτει χρεολύσιο που ο δανειολήπτης και πάλι αδυνατεί να πληρώσει, «παγώνει» το τμήμα του χρέους, που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί και πλέον ο δανειολήπτης ρυθμίζει και πληρώνει μόνο για το υπόλοιπο.

Το «παγωμένο» τμήμα του χρέους μπορεί να διεκδικηθεί και πάλι από την ΤΕΣ μόνο στην περίπτωση που αλλάζει προς το καλύτερο η οικονομική δυνατότητα του δανειολήπτη. Διαφορετικά επιβαρύνει πλέον τους κληρονόμους του και αν οι τελευταίοι αποποιούνται την κληρονομιά, διαγράφεται οριστικά.

- Όσα εισπράττει η ΤΕΣ από τον δανειολήπτη αποδίδονται στις αρχικές τράπεζες κατά μέρη ανάλογα με τα αρχικά ποσά των υπολοίπων των δανείων, που της είχαν μεταφέρει.

Τα πλεονεκτήματα  της πρότασης είναι:

  • Ο δανειολήπτης αποκτά πολύ περισσότερες δυνατότητες να ξαναγίνει «συνεπής» στις υποχρεώσεις του, ρυθμίζοντας ανάλογα τον τρόπο ζωής του με ό,τι ευεργετικό αυτό συνεπάγεται για την αξιοπρέπειά του και για την ποιότητα της ζωής του.
  • Οι τράπεζες μειώνουν στο ελάχιστο τα σχετικά έξοδα για τη διεκδίκηση των οφειλομένων (δικαστικά κλπ) και παράλληλα εισπράττουν το μέγιστο δυνατό των ποσών, που προσδοκούσαν να εισπράξουν βάσει της αντικειμενικής πραγματικότητας.
  • Έτσι, απαλλάσσονται από το βάρος των «κόκκινων δανείων» υπό την έννοια ότι γνωρίζουν πολύ καλύτερα τη δική τους οικονομική κατάσταση με όποια ευεργετική συνέπεια αυτό θα έχει για τον περαιτέρω σχεδιασμό τους.

 

Επίλογος

Ο τίτλος του άρθρου είναι εμπνευσμένος από τους στίχους ενός πασίγνωστου τραγουδιού του Μίμη Πλέσσα («Οι πράσινες, οι κόκκινες, οι θαλασσιές σου οι χάντρες…»  σε στίχους Κώστα Πρετεντέρη), αλλά αναφέρεται προφανώς στη διακυβέρνηση της χώρας από τους «πράσινους» και τους «γαλάζιους», η απερισκεψία, ελαφρότητα και λαϊκισμός των οποίων δημιούργησαν τη γνωστή χρεοκοπία της χώρας και την αντίστοιχη χρεοκοπία των νοικοκυριών, της οποίας τα «κόκκινα δάνεια» αποτελούν μια βασική παράμετρο.

Από την άλλη μεριά, οι «κόκκινοι» που ήρθαν υποσχόμενοι να «διορθώσουν» (!) την κατάσταση την επιδείνωσαν ακόμα περισσότερο.

Σε ό,τι αφορά τα κόκκινα δάνεια, επέλεξαν να υποσχεθούν «σεισάχθεια», απλώς γιατί έτσι τους βόλευε και επειδή προφανώς η υπόσχεση αυτή «πουλούσε» ιδιαίτερα στους αφελείς εκείνους που έσπευσαν να τους πιστέψουν.

Ωστόσο, η ίδια η «σεισάχθεια» (που είχε νομοθετήσει ο Σόλων γύρω στο 590 π.Χ.) δεν σήμαινε διαγραφή των χρεών, αλλά απλώς ένα (γενναίο) εξορθολογισμό τους. Το μόνο που κατάργησε η Σόλων ήταν η υποδούλωση των Αθηναίων πολιτών που χρεωστούσαν σε κάποιους πλούσιους δανειστές [6].

Βλέποντας λοιπόν ότι «σεισάχθεια», όπως οι ίδιοι την κατανοούσαν, είναι εντελώς ανέφικτη και ανεδαφική, αυτοί που κυβερνούν σήμερα στέκονται αμήχανοι μπροστά στο σοβαρότατο πρόβλημα μη τολμώντας να προχωρήσουν σε μια λύση λόγω τού γνωστού και διαχρονικού  φόβου για «πολιτικό κόστος» και των αριστερών αγκυλώσεων σε ό,τι αφορά τους «κακούς» τραπεζίτες και το «κεφάλαιο».  

Βρισκόμαστε ήδη μερικές… χιλιετίες μετά την εποχή του Σόλωνα και αυτονόητα δεν μπορούν σήμερα να εφαρμοστούν οι συνταγές εκείνης της εποχής.

Ωστόσο, η αρχική ιδέα έχει την αξία της και αφορά τον εξορθολογισμό και την όσο γίνεται πιο ισόρροπη κατανομή των απωλειών (που ούτως ή άλλως θα υπάρχουν) ανάμεσα στα εμπλεκόμενα μέρη, δηλαδή ανάμεσα στους δανειστές και τους δανειολήπτες.

Και αυτό είναι δίκαιο: Για τη σημερινή κατάσταση ευθύνονται αμφότεροι.

Και τα δύο λοιπόν μέρη πρέπει να ζημιωθούν όσο γίνεται πιο «δίκαια» χωρίς όμως να καταστραφούν.

Γιατί η καταστροφή οποιουδήποτε δεν συμφέρει κανένα. Καθόσον όλοι έχουν κάτι να προσφέρουν στην κοινωνία και η κοινωνία πρέπει να εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις ώστε όλοι να μπορούν να συνεχίζουν να προσφέρουν.   

Και μιας και καταλήξαμε να μνημονεύσουμε τον Σόλωνα, αξίζει να θυμηθούμε κάποια αποφθέγματα του σπουδαίου αυτού σοφού ανδρός:

·         Απορίαν γαρ δει βοηθείν, ουκ αργίαν εφοδιάζειν. (Πρέπει να βοηθούμε τους φτωχούς, όχι να ενισχύουμε τους τεμπέληδες).

·         Έργμασιν εν μεγάλοις, πάσιν αδείν χαλεπόν. (στα μεγάλα έργα είναι δύσκολο να είναι όλοι ευχαριστημένοι)

·         Τοσούτω διαφέρει η φρόνησις των άλλων αρετών, όσω η όρασις των άλλων αισθήσεων.

Αναφορές      

[1] http://dynati-ellada.gr

[2] http://www.mixanitouxronou.gr

[3] http://www.newsbomb.

[4] http://www.naftemporiki.gr

[5] http://www.cnn.gr

[6] https://el.wikipedia.org/wiki/Σεισάχθεια

[Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Marketnews.gr. Η εικόνα προέρχεται από την ίδια πηγή]

Θέλεις να βοηθήσεις κι εσύ;

Invalid Input

Θέλεις να βοηθήσεις κι εσύ;

Η κρατική επιδότηση στη Δημιουργία, Ξανά! είναι ελάχιστη και δεν φτάνει ούτε για τη συμμετοχή μας στις εκλογές. Πρακτικά, τα βάζουμε όλα «από την τσέπη μας», ενώ τα μέλη, οι εθελοντές, αλλά και οι φίλοι μας, προσφέρουν καθημερινά τον χρόνο τους αφιλοκερδώς για πάμπολλα θέματα. Γι αυτό οι δωρεές είναι σημαντική βοήθεια!

ΔΩΡΕΑ 10€ 
ΔΩΡΕΑ 20€
ΔΩΡΕΑ 50€
ΔΩΡΕΑ 100€
ΔΩΡΕΑ ΑΛΛΟΥ ΠΟΣΟΥ